Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

ΘΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ 100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΣΗΜΕΡΑ;

 

Τα τελευταία 80 χρόνια υπήρξαν καταλυτικά. Οι Έλληνες ξεριζώθηκαν από χώρους στους οποίους ζούσαν για χιλιάδες χρόνια: Μικρά Ασία, Κωνσταντινούπολη, Βαλκάνια, Πόντος, Μαύρη Θάλασσα. Υπήρξαμε έμποροι και ναυτικοί, μετανάστες και έποικοι, ποιητές, Οδυσσείς. Και σήμερα πια, είτε στριμωχτήκαμε στην ασφυκτική φυλακή της μετριοκρατικής ψωροκώσταινας, είτε ταξιδέψαμε σε μακρινούς και υπερπόντιους τόπους, μακριά από τον ιστορικό χώρο της Μεσογείου. Η ισχύς μας, οι κοινότητές μας, αποσυντέθηκαν και αντικαταστάθηκαν από την έρημο της τηλεόρασης. Οι πόλεις και τα χωριά μας που κάποτε γέννησαν το μέτρο και την αρμονία μεταβλήθηκαν σε άθλια εξαμβλώματα, αγχωτικά, γελοιογραφικά, χρησιμοθηρικά. Πόλεις και χωριά όπου κυριαρχεί ο βιασμός του μέτρου, η περιφρόνηση της Φύσης. Στο εσωτερικό, η οικονομία έχει μεταβληθεί σε άθυρμα της λεόντειας συμμαχίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και οι εξαγωγές μας καλύπτουν πλέον μόνον το 25% των εισαγωγών. Η αποβιομηχάνιση μαίνεται και η ανεργία βαραίνει πάνω στη νεολαία.

Οι κοινωνικές ανισότητες οξύνονται. Η Ελλάδα ανεπαισθήτως βαδίζει προς δύο διαχωρισμένες κοινωνίες δύο «ταχυτήτων». Τα «μεγάλα έργα», που προωθεί το αθηνοκεντρικό κατεστημένο εργολάβων, πολιτικών

και δημοσιογράφων, θα επιτείνουν τον αθηναϊκό παρασιτισμό και τη μεταβολή της χώρας σε τουριστικό εξάρτημα της Δυτικής Ευρώπης.
Η Κύπρος συνεχίζει να απειλείται, η Τουρκία επιτείνει τον τυχοδιωκτικό επεκτατισμό της, τα Βαλκάνια ξαναμπαίνουν στην ιστορία μετά το τέλος του διπολισμού, με αίμα, δάκρυα και πόλεμο. Το πολιτικό προσωπικό παραπαίει, ενώ έχει εξαντληθεί η όποια δυναμική της μεταπολίτευσης.
Αυτή είναι η πραγματική κατάσταση της χώρας. Οι Έλληνες βρίσκονται ίσως στο σημαντικότερο σταυροδρόμι της ιστορίας τους. Ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη εποχή δεν ήταν τόσο κοντά στην πολιτισμική εξαφάνιση. Ακόμα και στις εποχές που δεν διέθεταν κρατική υπόσταση, διέθεταν τη δύναμη της γλώσσας, του πολιτισμού, της θρησκείας, του πληθυσμού, που τους καθιστούσε σημαντικό παράγοντα σε όλη την ανατολική Μεσόγειο.
Σήμερα, ο κίνδυνος της σύνθλιψής μας μέσω του παρασιτισμού προς τη Δύση και της υποταγής στην Ανατολή –την Τουρκία– είναι πολύ περισσότερο άμεσος. Και δεν μπορούμε να συμμεριστούμε τη λογική που υποστηρίζει πως «η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει». Τίποτε στην ιστορία δεν είναι αιώνιο ή αναλλοίωτο. Οι Έλληνες δεν έχουν κερδίσει την ιστορική αθανασία. Και ο ελληνοκεντρισμός είναι πάντα κακός σύμβουλος γιατί συσκοτίζει την πραγματικότητα, ενώ η ελληνικότητα δεν έχει από μόνη της αξιολογικό χαρακτήρα.
Αποδεχόμαστε την ελληνικότητα όχι επειδή είναι «ανώτερη» από κάθε τι το αλλότριο, αλλά γιατί αποτελεί συστατικό της ταυτότητάς μας. Η δε ανάδειξη της πιθανής παγκόσμιας αξίας στοιχείων του πολιτισμού μας πρέπει να αποδεικνύεται και όχι να υποκαθίσταται από την αγάπη μας για τη χώρα μας. 

ΤΟ ΔΙΑΚΥΒΕΥΜΑ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΧΙΛΙΕΤΙΑΣ
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ο 21ος αιώνας θα αποδειχτεί ο σημαντικότερος ίσως στην ελληνική ιστορία, γιατί θα τεθεί το ζήτημα της ανασύνθεσης, της ανασυγκρότησης του έθνους μας, ίσως και της ίδιας της έννοιας του Εθνικού, αν θέλουμε να επιβιώσουμε ως διακριτός πολιτισμός. Θα τεθεί εν τέλει το ίδιο το ζήτημα της επιβίωσής μας ως διακριτού πολιτισμικού μορφώματος.
Ζήσαμε μερικές χιλιάδες χρόνια ως έθνος μέσα από διάφορες ιστορικές διαμορφώσεις – πόλη-κράτη, υπερεθνικές αυτοκρατορίες, υπόδουλοι σε ξένες και εχθρικές δυνάμεις. Τέλος, για λιγότερο από 200 χρόνια σε ένα έθνος-κράτος, που δεν προλάβαμε να οικοδομήσουμε και μπαίνουμε ήδη στη διαδικασία της αποδόμησής του, μέσα από τις διαδικασίες της δυτικο-ευρωπαϊκής ενοποίησης στα δυτικά μας και της επιστροφής του παλιού οθωμανικού επεκτατισμού με νέες μορφές στα ανατολικά μας.
Το ερώτημα που μπαίνει μπροστά μας και είναι πλέον άμεσο, επίκαιρο, αναπόδραστο, είναι: θα συνεχίσουν να υπάρχουν οι Έλληνες σε 100 χρόνια; Και η απάντηση δεν φαίνεται αυτονόητη. Ιδιαίτερα δε αν δεν εμφανιστεί μια νέα απάντηση, μια νέα δυνατότητα απάντησης απέναντι στις δύο κυρίαρχες τάσεις στη σημερινή Ελλάδα, η μοίρα μας είναι προδιαγεγραμμένη.
Οι δύο τάσεις που διαγκωνίζονται είναι οι δύο όψεις μιας αδιέξοδης και ασύμπτωτης συνάρθρωσης. Είναι από τη μια η εθελοδουλία του εκσυγχρονισμού που θεωρεί πως όσο ταχύτερα εξαφανιστεί η ιδιαιτερότητά μας και συγχωνευτούμε στη μεγάλη δυτική κοινότητα τόσο το καλύτερο, γιατί «επιτέλους» θα γίνουμε Ευρωπαίοι. Και ας καταργήσουμε όχι μόνο το έθνος-κράτος ως ιδιαίτερη πολιτειακή ενότητα, αλλά και το ίδιο το έθνος μας ως πολιτισμική ταυτότητα.
Και η δεύτερη είναι αυτή, που μπροστά σε αυτήν την αποκρουστική εκδοχή της πολτοποίησής μας προσφεύγει στις παλιές μας ταυτότητες, στη δύναμη της παράδοσής μας, επιθυμώντας να αναπαράγει το κλέος της – είτε της αρχαίας Ελλάδας είτε του «ένδοξού μας βυζαντινισμού», είτε και των δύο μαζί.
Παρόλο που για πολλά χρόνια –ιδιαίτερα στη διάρκεια της δικτατορίας και αμέσως μετά– οι συμμαχίες μου βρίσκονταν στο πρώτο στρατόπεδο, του «οργανικού εκδυτικισμού», κι ενώ τα τελευταία χρόνια συμπορεύομαι σε μια τακτική συμμαχία με αυτήν τη δεύτερη εκδοχή, γνωρίζω τα αδιέξοδα και των δύο, θεωρώντας βέβαια ως μεγαλύτερο κίνδυνο την πρώτη εκδοχή. Και εξηγούμαι…

ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΝΕΑΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ
Η προσδοκία μιας «οργανικής ενσωμάτωσης» στη Δύση, από την εποχή του Κοραή και των «Ελληνογάλλων», μέχρι τους σημερινούς ασήμαντους υπαλλήλους της Ουάσινγκτον και των Βρυξελλών, παραμένει και θα παραμένει εσαεί ένα άπιαστο όνειρο του νεότερου ελλαδισμού. Γιατί οργανική ενσωμάτωση σημαίνει ένα δημιουργικό κοινωνικό εκδυτικισμό, την αναπαραγωγή τάξεων, κινημάτων συμπεριφορών κι αυτό για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ανέφικτο.
Μια χώρα αποικιοκρατούμενη στις παραγωγικές της δομές και το φαντασιακό της, όπως η σημερινή Ελλάδα, δεν μπορεί να ενταχθεί στη Δύση, παρά μόνον ως παρασιτική απόφυση, γι' αυτό και η Δύση ανέτως μπορεί να την εκχωρεί στη νέο-οθωμανική Τουρκία που επιστρέφει.
Και από την άλλη, η «επιστροφή» στην παράδοση, όταν αποτελεί ιδεολογική και πολιτισμική –με τη στενή έννοια του όρου, κουλτουραλιστική– επιστροφή, ενώ ζούμε μέσα σε έναν υλικό κόσμο χρηματιστηρίων, «παγκοσμιοποίησης», κόκα-κόλας και μακ-ντόναλντς, είναι καταδικασμένη σε μάχες οπισθοφυλακών. Παρόμοιες μ' αυτές που έδωσαν χιλιάδες μικροί λαοί στο παρελθόν. Παρόμοιες με εκείνες των Ινδιάνων της Χαβάης που έχουν μεταβάλει την ταυτότητα σε φολκλόρ.
Από εκεί και το αδιέξοδο που νιώθουν οι υπερασπιστές της Ορθοδοξίας, όπως για παράδειγμα ο καθ. Χρήστος Γιανναράς, που επιμένει σε μια «επιστροφή» στην κοινότητα της Εκκλησίας και όχι σε ένα θεσμό ενσωματωμένο στο σημερινό κράτος. Όμως μια τέτοια πρόταση –της ανασύστασης της εκκλησιαστικής ενορίας (ή της αρχαιοελληνικής πόλεως)–  είναι αδιέξοδη, δεν διαθέτει πλέον τις οικονομικές, πολιτισμικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για να εμφανιστεί.
Για να επιβιώσουμε χρειάζεται ένα άλμα. Ένα άλμα προς μια «τρίτη πρόταση», μια πρόταση δημιουργικής χρήσης της παράδοσης στην κατεύθυνση μια νέας ταυτότητας και όχι απλώς της υπεράσπισης της παλιάς μας. Μιας νέας ταυτότητας όπου η υπέρβαση του έθνους-κράτους θα γίνει στην κατεύθυνση μιας βαλκανικής αρχικώς και εν συνεχεία ευρωπαϊκής και όχι δυτικοευρωπαϊκής, όπως η σημερινή, ενοποίησης.
Μια υπέρβαση που για να γίνει, θα πρέπει να έχει αρθεί η τουρκική απειλή και δεν θα έχουμε απλώς μεταβληθεί σε προτεκτοράτο. Μιας «νέας ταυτότητας» που θα συνδυάζει τη μικροηλεκτρονική με την απόρριψη του καταναλωτικού σκουπιδοπολιτισμού της Δύσης, την παράδοση του κοινοτισμού με τη δημιουργία νέων κοινοτήτων που θα ανταποκρίνονται στις παραγωγικές δυνατότητες και τις ανάγκες των σημερινών ανθρώπων και όχι των προγόνων μας.
Μόνον έτσι η παράδοσή μας θα μπορεί να μεταβληθεί σε δύναμη όχι απλώς αντίστασης, αλλά μετασχηματισμού.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗ
Σε ένα μελλοντικό κόσμο –και μιλάμε πάντα για τον κόσμο που θα ζήσουμε εμείς, τα παιδιά και τα εγγόνια μας– είναι πιθανόν οι παγκόσμιοι πολιτισμοί που θα αναδυθούν να έχουν σφραγίδα κινέζικη ίσως, ινδική, γιαπωνέζικη, ισπανοαμερικανική, μουσουλμανική κλπ. Τα μικρά έθνη και οι πολιτισμοί κινδυνεύουν να μεταβληθούν σε σκόνη, σε παρίες, σε ενθυμήσεις του παρελθόντος, σε παρατηρητήριο της ιστορίας.
Υπάρχουν ωστόσο δύο τρόποι για να νοήσουμε το νέο πλανητικό πολιτισμό: είτε εκείνος της κυριαρχίας των μεγάλων γεωπολιτικών ενοτήτων πάνω στις μικρότερες, που θα απορροφηθούν σταδιακά προς την κατεύθυνση ενός κόσμου ομοιομορφίας, είτε ένας άλλος, διαμετρικά αντίθετος τρόπος παγκόσμιας ενσωμάτωσης.
Σ’ αυτήν την εκδοχή, ο νέος παγκόσμιος πολιτισμός δεν θα αναδυθεί μέσα από τη συντριβή του μικρού, αλλά η νέα παγκόσμια ενότητα θα στηρίζεται σε ένα παζλ πολυμορφίας και ιδιαιτερότητας. Πρόκειται για μια παγκόσμια ενοποίηση που θα χαρακτηρίζαμε εναλλακτική.
Ενώ τα 100 πρώτα χρόνια της σύγχρονης ιστορίας του νεοελληνικού κράτους ήταν κατεξοχήν στραμμένα προς τα «έξω», προς την εθνική ολοκλήρωση, και τα επόμενα 60 χρόνια ήταν κυρίως στραμμένα προς τα «μέσα», προς την κοινωνική και πολιτική δημοκρατία και μετασχηματισμό, σήμερα το μέσα και το έξω, οι διεθνείς σχέσεις και η εσωτερική κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα μοιάζουν να ισορροπούν, ή ακόμα και να ταυτίζονται. Κατά συνέπεια, η νέα ταυτότητα που αναζητούμε ορίζεται ταυτόχρονα ως «εσωτερικοί κοινωνικοί μετασχηµατισμοί» και ως «νέα θέση και ρόλος στον κόσμο».
Αυτό είναι το αίτημα που μας θέτει η ιστορία, ένα αίτημα υψηλό, που βρίσκεται στις κορυφές της παγκόσμιας αναζήτησης. Για να επιβιώσουμε, πρέπει να διαμορφώσουμε όραμα για ολόκληρο τον κόσμο. Για να επιβιώσουμε ως έθνος, πρέπει να διαμορφώσουμε εναλλακτική πρόταση για την οργάνωση της κοινωνίας και της παραγωγής, για τη μορφή και το περιεχόμενο της δημοκρατίας.
Για να επιβιώσουμε, εμείς «οι τελευταίοι των Ελλήνων», πρέπει να ανασυνθέσουµε τα 3.000 ή 4.000 χρόνια της ιστορίας μας επιτέλους σε ένα σώμα, να αρνηθούμε την πολυδιάσπασή μας, να πραγματώσουμε την παράδοσή μας μέσα από την υπέρβασή της. Να χωρέσουμε μαζί, τον Όμηρο και τον Καβάφη, τον Θουκυδίδη και τον Μακρυγιάννη, τον Σωκράτη και τον Μάξιμο τον Ομολογητή, τον Μέγα Αλέξανδρο και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, τον Περικλή και τον Βενιζέλο, τον Κοσμά τον Αιτωλό και τον Βελουχιώτη, τον Πραξιτέλη και τον... Θεόφιλο.
Αν η εγχώρια παράδοση δεν γίνει παγκόσμια, αν η παγκόσμια δεν γίνει εγχώρια, δεν έχουμε δυνατότητα απάντησης στο τόσο υψηλό σημείο της αντιπαράθεσης με τη μοίρα μας, τέτοια που μας την έχει θέσει η ιστορία.
Κουρασμένοι ίσως από την ιστορική διαδρομή χιλιάδων χρόνων θα θέλαμε να «αναπαυθούμε». Δηλαδή να πεθάνουμε. Διαφορετικά πρέπει να αποπειραθούμε το «ακατόρθωτο», την υπέρβαση, η οποία θα πρέπει να έχει τις διαστάσεις της υπέρβασης ενός ολόκληρου πολιτισμού.
Από αναβολή σε αναβολή, από αιώνα σε αιώνα, να που βρεθήκαμε στο μεγάλο σταυροδρόμι. Για να μπορέσουμε να συμμετέχουμε σε ένα μη ολοκληρωτικό μοντέλο, θα πρέπει ο ελληνικός χώρος να επιβιώσει. Και για να επιβιώσει, θα πρέπει να ενισχύσει την αυτονομία του.

Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας. πολιτικός αναλυτής και ο δημιουργός του διμηνιαίου περιοδικού Άρδην