Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Η Φιλική Εταιρία…Tέκτονες ή Φιλόπατρεις..ή και τα δύο.

 

Στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου ένας επαναστατικός πυρετός διακατέχει την Ευρώπη, κυρίως ενάντια στην ανθρώπινη εκμετάλλευση και τη μοναρχία. Η Γαλλική επανάσταση (1789) άναψε φωτιά στις ανθρώπινες καρδιές και έδωσε το έναυσμα για τον ξεσηκωμό στην Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα. Με κεντρικό σύνθημα το τρίπτυχο «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφότητα», οι Γάλλοι ξεσηκώθηκαν. Στην Ελλάδα το βάρος της προετοιμασίας της επανάστασης αναλαμβάνει η Φιλική Εταιρεία.

 

 

Γενικά

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύεται το 1814 στην Οδησσό, από τον Εμμανουήλ Ξάνθο, το Νικόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ. Στόχος της είναι η προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων. Η Φιλική εταιρεία οργανώνεται με μεγάλη μυστικότητα. Οι φιλικοί μυούνται στην Εταιρεία με μυστικό όρκο και επικοινωνούν με κώδικες, ψευδώνυμα και συνθηματικές λέξεις. Το κίνημα καλύπτεται με μυστικότητα εμπιστοσύνη και μια ακατανίκητη θέληση για ελευθερία.

 

Το διαβιβαστικό Φιλικού (η ταυτότητα ουσιαστικά του Φιλικού)

 

Ας μεταφερθούμε, όμως, στο κλίμα της εποχής για να έχουμε μια, μικρή αλλά ουσιαστική, εικόνα για τους παράγοντες που οδήγησαν από το ουτοπικό στο πραγματικό.
Όπως είναι γνωστό, όταν έπεσε η Πόλη (το 1453), το θλιβερό γεγονός αντιμετωπίστηκε μοιρολατρικά: «Ήτανε θέλημα θεού η Πόλη να τουρκέψει», είπαν πολλοί. Ακολούθησαν πολλά χρόνια δύσκολα και σκοτεινά. Κατά το 18ο αιώνα οι Έλληνες που ζούσαν στις παροικίες, αλλά και πολλοί που ζούσαν στα παράλια του ελλαδικού χώρου είχαν αποκτήσει οικονομική και πνευματική ακμή, που τους έδινε αυτοπεποίθηση. Στην Ευρώπη υπήρχαν εξελίξεις που γεννούσαν την ελπίδα ότι με την παρέμβαση κάποιων ηγεμόνων, όπως του Τσάρου ή του Ναπολέοντα, ήταν δυνατό να αποτινάξουν οι Έλληνες τον τουρκικό ζυγό. Γρήγορα οι ελπίδες αυτές διαψεύστηκαν και στη θέση τους άρχισαν να καλλιεργούνται σκέψεις τολμηρές αλλά και ρεαλιστικές: ότι μπορούν οι ραγιάδες, αν οργανωθούν σωστά και προετοιμαστούν ψυχικά, να διεκδικήσουν μόνοι τους τη λευτεριά.
Μετά από αιώνες σκλαβιάς η σκοτεινιά της καταπίεσης ήταν πλέον αβάσταχτη και η ελληνική ψυχή λαχταρούσε να την αποτινάξει, ίσως, όσο ποτέ άλλοτε. Η λαχτάρα για την ελευθερία είχε αρχίσει να εξαπλώνεται ως ορμητικός χείμαρρος και η έννοια της ελευθερίας, ως συνείδηση πλέον, αναδύθηκε στον ελλαδικό χώρο. Το πόσο σκοτεινιά υπήρχε και το πόσο λαχταρούσαν την ελευθερία οι Έλληνες αποτυπώνεται καθάρια και με πλήρη ένταση στα λόγια του Ρήγα Φεραίου : «Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή». Όπως φαίνεται οι συνθήκες ήταν ώριμες και το έδαφος για τη Φιλική Εταιρεία προετοιμαζόταν με γοργούς ρυθμούς
Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός – εκπαιδευτική δραστηριότητα που συνδύαζε την πολιτισμική κληρονομιά των Ελλήνων και τη νεότερη ευρωπαϊκή επιστήμη- είχε βοηθήσει για την αφύπνιση των συνειδήσεων και την τολμηρή μετακίνηση των Ελλήνων από την προσδοκία ξένης βοήθειας προς την αυτοπεποίθηση για τις δικές τους δυνατότητες. Ο Ρήγας Βελεστινλής (Φεραίος) έκανε την πρώτη οργανωτική προσπάθεια. Αν και προδόθηκε με τραγικό τέλος (1798), άφησε κληρονομιά κάτι σημαντικό: τα επαναστατικά κείμενά του που προέτρεπαν όλους τους Έλληνες να διεκδικήσουν με τις δυνάμεις τους το δικαίωμα να ζήσουν ελεύθεροι. Λίγα χρόνια μετά, ο Ανώνυμος συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας (1806) καλούσε το γένος σε αυτογνωσία και τις μικρές κοινωνικές ομάδες (Φαναριώτες, Πρόκριτους και ηγεσία της Εκκλησίας), που είχαν συμπράξει με τον κατακτητή, τις «έψελνε» σκληρά για την ταπεινωτική στάση αποδοχής τους και τη στάση ανελευθερίας ή δουλικότητας με την οποία περιβάλλονταν όσοι υπηρετούσαν τον κατακτητή. Ταυτόχρονα, επισήμανε τις αδυναμίες ή τα συμπτώματα διάλυσης του oθωμανικού kράτους, ενώ είχε αφιερώσει το έργο του στη μνήμη του αδικοχαμένου Ρήγα.

Ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας (1814)

Στα πλαίσια του διακαούς πόθου για αποτίναξη του τουρκικού ζυγού και με σαφή την επίδραση των μυστικών εταιρειών της Ευρώπης, συναντιούνται το 1814 στην Οδησσό τρεις Έλληνες και αποφασίζουν τη σύσταση μιας αυστηρά συνωμοτικής οργάνωσης, η οποία θα προετοίμαζε τον ξεσηκωμό όλων των Ελλήνων. Πρόκειται για τον Νικόλαο Σκουφά, 35 χρόνων, από το Κομπότι της Άρτας, τον Εμμανουήλ Ξάνθο, 42 χρόνων, από την Πάτμο και τον Αθανάσιο Τσακάλοφ, 26 χρόνων, από τα Γιάννενα. Και οι τρεις έχουν ήδη γίνει κοινωνοί των επαναστατικών ιδεών και του εταιρισμoύ. Εκείνο το βράδυ του 1814 οι τρεις Έλληνες που ζούσαν στην Οδησσό, είχαν μια φιλική συνάντηση και ανάμεσα σε άλλα θέματα το κύριο θέμα που συζήτησαν ήταν τα δεινά που υπέφεραν οι ομογενείς στην υπόδουλη Πατρίδα. Εκεί φαίνεται ότι ο Ξάνθος πρότεινε την ιδέα να ιδρύσουν μια οργάνωση μυστική, που κύριο στόχο θα είχε να μυήσει τους ραγιάδες στην ιδέα μιας απελευθερωτικής κίνησης βασισμένης στις δικές τους δυνάμεις. Και «απεφάσισαν οι ειρημένοι να επιχειρισθώσιν την σύστασιν τοιαύτης Εταιρίας και να εισάξωσιν εις αυτήν όλους τους εκλεκτούς και ανδρείους των ομογενών, δια να ενεργήσωσι μόνοι των ό,τι ματαίως και προ πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων».
Η δημοκρατία προβλήθηκε τόσο από ορισμένους στοχαστές του νεοελληνικού Διαφωτισμού όσο και από τους συντάκτες των επαναστατικών πολιτευμάτων και από άλλους Έλληνες της εποχής, για να ενισχύσει τις προσδοκίες του απλού ραγιά για ενεργό συμμετοχή στα κοινά και για δίκαια κατανομή των εθνικών πόρων και των εθνικών γαιών, ώστε να γίνουν κατανοητές έννοιες όπως το δημόσιο και κοινό εθνικό συμφέρον και η έννοια της πατρίδας.

Τα πρώτα βήματα

Η Ελληνική Επανάσταση του 1821 δεν ήταν μια αυθόρμητη κίνηση, δεν ήταν τυχαία και συγκυριακή. Αντίθετα, ήταν αποτέλεσμα μακροχρόνιας προετοιμασίας και σε ιδεολογικό και σε οικονομικό επίπεδο. Οι διεργασίες αυτές αντικατοπτρίζονται στο κίνημα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού 1750-1821 που όραμά του ήταν η ελεύθερη Ελλάδα. Φωτεινές μορφές γεμάτες ανησυχία, και φλόγα θα επιχειρήσουν να εμφυτεύσουν στο υπόλοιπο γένος τις φιλελεύθερες ιδέες της εποχής και να το μορφώσουν, προκειμένου να ξεσηκωθεί και να διεκδικήσει τα δίκαιά του. Έτσι, κόντρα στο κατεστημένο -τους κοτζαμπάσηδες, τους Φαναριώτες, την εκκλησία κ.α. εμφανίζονται κυρίως οι διανοούμενοι και οι έμποροι των κέντρων του παροικιακού ελληνισμού, τους οποίους θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ως διαμορφούμενη αστική τάξη.


Το σπιτι που ιδρύθηκε η Φλική Εταιρείαί

 

 

Ο αέρας ελευθερίας που έπνεε στην Ευρώπη ζωντάνευε κάθε πρωτοποριακό πνεύμα και τότε ήταν που ο Ρήγας Φεραίος οραματιζόταν τη «Βαλκανική Ομοσπονδία», την ειρηνική συνύπαρξη όλων των Βαλκανικών λαών. Η παράδοσή του στους Τούρκους, από τη μια πλήγωσε κάθε σκεπτόμενο Έλληνα, ταυτόχρονα όμως χαλύβδωσε τη θέληση για ελευθερία και άνοιξε τα μονοπάτια για τη Φιλική Εταιρεία.
Το 1809 ιδρύεται στο Παρίσι το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» από τον Θεσσαλό λόγιο Γρηγόριο Σαλύκη, ενώ ανάμεσα στα μέλη του είναι και ο Αθανάσιος Τσακάλοφ, μετέπειτα ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκροτείται τυπικά ως εταιρεία μελέτης του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, στην ουσία όμως σκοπός είναι η απελευθέρωση της Ελλάδας και προς αυτήν την κατεύθυνση γίνονται όλες οι κινήσεις. Για την παράνομη δράση της η οργάνωση υιοθετεί τους κανόνες των Καρμπονάρων και των Ελευθεροτεκτόνων, ενώ τα μέλη της δεσμεύονται με όρκο και φέρουν ως αναγνωριστικό ένα χρυσό δακτυλίδι με τα αρχικά Φ.Ε.Δ.Α. (Φιλικός Ελληνικός Δεσμός Άλυτος). Από το 1815, όμως, άρχισε να παρακμάζει, καθώς η συντριβή του Ναπολέοντα έσβησε όποια όνειρα είχαν να τους βοηθήσει. Μια δεύτερη προσπάθεια ξεκίνησε στην Αθήνα, με την έμμεση υποστήριξη της Αγγλίας, το 1813. Ιδρύθηκε τότε η «Φiλόμουσος Εταιρεία», με κεντρικό σκοπό την καλλιέργεια του ελληνικού πνεύματος των νέων, την έκδοση βιβλίων, τη βοήθεια φτωχών σπουδαστών κτλ. Μόνο που αυτή η οργάνωση ποτέ δεν απέκτησε λαϊκό έρεισμα, καθώς κινείτο σε κύκλους λογίων και διπλωματών.

Τα μέλη της φιλικής εταιρίας

Ο Σκουφάς είχε ιδιαίτερες επαφές με τον Κωνσταντίνο Ράδο, ο οποίος ήταν μυημένος στον Καρμποναρισμό. Ο Ξάνθος είχε μυηθεί σε τεκτονική Στοά της Λευκάδας («Εταιρεία των Ελεύθερων Κτιστών», της Αγίας Μαύρας), ενώ ο Τσακάλωφ είχε υπάρξει ιδρυτικό μέλος του Ελληνόγλωσσου Ξενοδοχείου.
Σκοπός της Φιλικής Εταιρείας είναι η γενική επανάσταση των Ελλήνων. Η πορεία ανάπτυξης της είναι εντυπωσιακή. Το διάστημα 1814-1816 τα μέλη της αριθμούν περίπου 20. Ως τα μέσα του 1817 αναπτύσσεται κυρίως μεταξύ των Ελλήνων της Ρωσίας και της Μολδοβλαχίας αλλά και πάλι τα μέλη της δεν υπερβαίνουν τα 30. Όμως, από το 1818 σημειώνονται πάρα πολλές μυήσεις. Κατά το 1820 εξαπλώνεται σε όλες σχεδόν τις περιοχές της Ελλάδας και τις περισσότερες ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Χιλιάδες υπολογίζονται οι μυημένοι, μολονότι είναι γνωστά μόνο 1096 ονόματα. Τους πρώτους μήνες του 1821 τα μέλη της αριθμούν δεκάδες χιλιάδες. Η οργάνωση είχε υπερβεί, τα ίδια της τα όρια.
Στις γραμμές της συσπειρώνονται κυρίως έμποροι και μικροαστοί, αλλά και Φαναριώτες και κοτζαμπάσηδες και κληρικοί, πρόσωπα που θα διαδραματίσουν αγωνιστικό ρόλο (θετικό ή αρνητικό) στον αγώνα για την ανεξαρτησία, όπως οι οπλαρχηγοί Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Αναγνωσταράς, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), οι Φαναριώτες Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Νέγρης, οι μεγάλοι καραβοκύρηδες Κουντουριώτηδες, οι μεγαλοκoτζαμπάσηδες Ζαΐμης, Λόντος, Νοταράς, ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρόν Γερμανός κ.ά.

Το Εγκόλπιο κατηχητή

 

Η όλη διάρθρωση της Φιλικής Εταιρείας δομήθηκε πάνω στα οργανωτικά πρότυπα των Καρμπονάρων και των Ελευθεροτεκτόνων. Η ηγετική της ομάδα ονομαζόταν «η Αόρατος Αρχή» και από την πρώτη στιγμή εκφράστηκε με τέτοια μυστικότητα, ώστε να πιστεύεται ότι συμμετείχαν σε αυτήν πολλές σημαντικές προσωπικότητες, όχι μόνον Έλληνες αλλά και ξένοι, όπως ο τσάρος Αλέξανδρος Α' της Ρωσίας. Στην πραγματικότητα, τον πρώτο καιρό ήταν μόνο οι τρεις ιδρυτές της. Κατόπιν, από το 1815 έως το 1818 προστέθηκαν άλλοι πέντε και μετά το θάνατο του Σκουφά προστέθηκαν άλλοι τρεις. Το 1818 η Αόρατη Αρχή μετονομάστηκε σε «Αρχή των Δώδεκα Αποστόλων» και κάθε Απόστολος είχε την ευθύνη μιας μεγάλης περιφέρειας.
Η όλη δομή ήταν Ιεραρχική και πυραμιδοειδής και στην κορυφή δέσποζε η «Αόρατος Αρχή». Κανείς δε γνώριζε αυτήν την αρχή αλλά ούτε είχε δικαίωμα να ρωτήσει ποιοι την αποτελούσαν. Οι εντολές της εκτελούνταν ασυζητητί, ενώ τα μέλη δεν είχαν δικαίωμα να λαμβάνουν αποφάσεις. Η Εταιρεία ονομαζόταν από τα μέλη της «Ναός» και είχε τέσσερις βαθμίδες μύησης: α) οι Αδελφοποιητοί ή Βλάμηδες, β) οι Συστημένοι, γ) οι Ιερείς και δ) οι Ποιμένες. Οι Ιερείς ήταν επιφορτισμένοι με το έργο της μύησης στους δύο πρώτους βαθμούς. Όταν ο Ιερέας πλησίαζε κάποιον, σιγουρευόταν για τη φιλοπατρία του και τον κατηχούσε πλαγίως στους σκοπούς της εταιρείας, οπότε το τελευταίο στάδιο ήταν να ορκιστεί.
Τότε τον πήγαινε σε κάποιον κληρικό κάτι καθόλου εύκολο αν ο ιερέας δεν ήταν ήδη μυημένος. Πήγαινε και εύρισκε τον ιερέα και του έλεγε ότι ήθελε να ορκίσει κάποιον για προσωπική τους υπόθεση, προκειμένου να διαπιστώσει ότι λέει την αλήθεια. Ο κληρικός φορούσε το πετραχήλι και έπαιρνε το Ευαγγέλιο, οπότε ο κατηχητής έπαιρνε παράμερα τον υποψήφιο και του υπαγόρευε ψιθυριστά τον «μικρό όρκο», τον οποίο έπρεπε να τον επαναλαμβάνει ο κατηχούμενος χαμηλόφωνα τρεις φορές.
«Ορκίζομαι εις το όνομα της αληθείας και της δικαιοσύνης, ενώπιον του Υπερτάτου Όντος, να φυλάξω, θυσιάζων και την ιδίαν μου ζωήν, υποφέρων και τα πλέον σκληρά βάσανα το μυστήριον, το οποίον θα μου εξηγηθεί και ότι θα αποκριθώ την αλήθειαν εις ό,τι ερωτηθώ».
Όταν γινόταν αυτό, τότε ο κατηχητής πλησίαζε τον υποψήφιο στον ιερέα και τον ρωτούσε:
«Είναι αληθινά, αδελφέ, αυτά που μου επανέλαβες τρεις φορές;»
«Είναι και θα είναι αληθινά και για την ασφάλειά τους ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο», απαντούσε ο υποψήφιος. Την ίδια περίπου ερώτηση, έκανε και ο κληρικός και αφού έπαιρνε καταφατική απάντηση, τον όρκιζε στο Ευαγγέλιο, δίχως να γνωρίζει την ουσία της υπόθεσης».
Από εκεί και μετά ο μυούμενος θεωρείτο νεοφώτιστο μέλος της Εταιρείας, ήταν δηλαδή Βλάμης, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Ο Φιλικός με το βαθμό του Ιερέα είχε αμέσως την υποχρέωση να του δείξει όλα τα σημάδια αναγνώρισης μεταξύ των Βλάμηδων. Τόσο οι Βλάμηδες όσο και οι Συστημένοι αγνοούσαν τους επαναστατικούς σκοπούς της οργάνωσης. Ήξεραν μόνο πως υπήρχε μια Εταιρεία που πασχίζει για το γενικό καλό του έθνους, η οποία συμπεριλάμβανε στους κόλπους της και σημαντικά πρόσωπα. Κάτι τέτοιο διαδιδόταν σκόπιμα, για να τονώνεται το ηθικό των μελών αφενός και αφετέρου για να γίνεται ευκολότερα ο προσηλυτισμός.

Οι lερείς και οι ποιμένες

Ο Μέγας Όρκος: «Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού Θεού οικειοθελώς ότι θέλω είμαι πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα και δια πάντα…Τέλος, ορκίζομαι εις σε, ιερά και αθλία Πατρίς….ότι αφιερώνομαι όλος εις σε….αν λησμονήσω μίαν στιγμήν….και δεν εκπληρώσω το χρέος μου…ο θάνατος ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου….»
Για να περάσει ένα μέλος από τη βαθμίδα των Συστημένων σε εκείνη των Ιερέων θα έπρεπε να δοκιμαστεί η αφοσίωσή του στην αρχή και το ιδεώδες της ελευθερίας. Κατ' αρχάς γινόταν ένας διάλογος μεταξύ του μέλους και του μυητή. Εκεί, σε αυτόν το διάλογο, ο μυητής αναγνώριζε το βαθμό της φλόγας που υπήρχε μέσα στον αγωνιστή και αν ήταν ικανοποιητική του ανακοίνωνε ότι θα περνούσε στο βαθμό του Ιερέα. Εκεί χώριζαν για να ξανασυναντηθούν την επόμενη μέρα. Ο υποψήφιος έφερνε ένα μικρό κίτρινο κερί που του είχε ζητηθεί από πριν και πήγαιναν σ' ένα ασφαλές σπίτι. Εκεί ο μυητής έπαιρνε ένα εικόνισμα και το έστηνε στο τραπέζι. Μπροστά από το εικόνισμα άναβαν το κερί. Μέσα στην επιβλητική ατμόσφαιρα του μισοσκόταδου ο μυητής τον ρωτούσε με επισημότητα για τελευταία φορά:
«Μήπως δεν στοχάζεσαι τον εαυτόν σου εις αρκετήν δύναμην; Έχεις ακόμη καιρό να παραιτηθείς. Από τον δεσμόν όπου επεμβαίνω μόνoν ο θάνατος θα ημπορεί να σε λυτρώσει! Σε ολίγoν κάθε μεταμέλειά σου θα είναι ασυγχώρητος!»
«Το εστοχάστηκα και στέργω», απαντούσε ο υποψήφιος και τότε συνεχιζόταν η μυητική διαδικασία. Αμέσως μετά ο μυητής έπαιρνε το κερί και το έδινε στον υποψήφιο που το κρατούσε με το αριστερό χέρι, ενώ γονάτιζαν και οι δύο, έκαναν το σταυρό τους και ασπάζονταν την εικόνα. Σε αυτή τη θέση ο μυητής διάβαζε «τον μεγάλο όρκο» και ο μυούμενος τον επαναλάμβανε με κάθε σεβασμό της ιερής εκείνης στιγμής. Μετά τον όρκο ο μυητής ακουμπούσε το δεξί του χέρι στον ώμο του μυούμενου και δήλωνε με κάθε επισημότητα:
«Ενώπιον του αοράτου και πανταχού παρόντος αληθινού Θεού,. του καθ' αυτό δικαίου, του εκδικούντος την παράβασιν και παιδεύοντος την κακίαν, καθιερώνω κατά τους κανόνας της Φιλικής Εταιρείας τον (ονοματεπώνυμο) εκ πατρίδος (τόπος καταγωγής), ετών (ηλικία) και επαγγέλματος (τάδε) και δέχομαι τούτον ιερέα, καθώς εδέχθην τούτον εις την Εταιρείαν των Φιλικών».
Το κερί έσβηνε και φυλασσόταν ευλαβικά, ενώ από εκείνη τη στιγμή ο μυημένος ήταν Ιερέας της Φιλικής. Προκειμένου να διαφυλάσσονται τα στεγανά της «Αόρατης Αρχής», κανείς νεοφώτιστος Ιερέας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει απευθείας με αυτήν, παρά μόνο μέσω του μυητή του. Αυτή η Ιεραρχική πυραμιδοειδής δομή ήταν που διαφύλαξε μέχρι τέλους και διατήρησε αλώβητη τη Φιλική.
Έτσι, ο νέος Ιερέας ήταν έτοιμος να ξεκινήσει το έργο της διαφώτισης και της στρατολόγησης νέων μελών, εφόσον έδινε έναν τελικό όρκο, στον οποίο ορκιζόταν ότι πάντοτε θα διακήρυσσε τα ιδεώδη της οργάνωσης.
Η ανώτατη βαθμίδα μύησης στη Φιλική Εταιρεία ήταν οι Ποιμένες, οι οποίοι στρατολογούνταν από τις τάξεις των Ιερέων. Κατά την τελετή μύησής τους οι υποψήφιοι Ποιμένες έφερναν μαζί το κερί της προηγούμενης μύησής τους και για άλλη μια φορά έδιναν μέγα όρκο εμπρός στο εικόνισμα ότι θα τηρούν αυστηρά τα καθήκοντά τους, ότι δε θα δέχονται στις τάξεις τους ανθρώπους χωρίς ιδεώδη και χαρακτήρα αντάξιο της επανάστασης. Δεν πρόκειται, επίσης, για κανένα λόγο να μαρτυρούν το βαθμό τους. Συνέτασσαν και ένα αφιερωτικό γράμμα προς την «Αόρατο Αρχή», στο οποίο γραφόταν σε κώδικα και χαράσσονταν και εδώ σύμβολα. Επίσης, διαφορετικό κώδικα είχε και ένα γράμμα που έφεραν μαζί τους. Τέλος, ας σημειωθεί ότι σε καμιά βαθμίδα δεν υπήρχε δυνατότητα λήψης αποφάσεων, ούτε επιτρεπόταν να συσκέπτονται και να συνεδριάζουν. Υπάκουαν ασυζητητί στις εντολές της ηγεσίας.

Η πορεία προς την εξέγερση

Το 1818 με το θάνατο του Σκουφά μεταφέρεται η έδρα από την Οδησσό στην Κωνσταντινούπολη. Η εξάπλωση της οργάνωσης είναι μεγάλη και χρειάζεται να βρεθεί ένας άξιος αρχηγός για τη Φιλική Εταιρία. Γίνεται μια συνάντηση με τον Ιωάννη Καποδίστρια ο οποίος όχι μόνον αρνήθηκε, αλλά αργότερα έγραψε ότι θεωρούσε πως οι Φιλικοί ήταν υπεύθυνοι για τον όλεθρο που ερχόταν στην Ελλάδα. Τελικά, μετά από αρκετές επαφές, τον Απρίλιο του 1820 ανέλαβε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης.
Οι συνθήκες έδειχναν πλέον αρκετά ώριμες για να ξεκινήσει η εξέγερση και ακολουθεί ένα μεγαλόπνοο σχέδιο. Το σχέδιο ήταν αρχικά να ξεσπάσει ταυτόχρονα η επανάσταση των Σέρβων και των Μαυροβουνίων, καθώς και στη Μολδοβλαχία. Παράλληλα, να κάψουν τον τουρκικό στόλο στην Κωνσταντινούπολη, ενώ να ηγηθεί ο Υψηλάντης της επανάστασης στην Πελοπόννησο. Μετά από διάφορες διχογνωμίες και αφού κάποια από τα σχέδια έχουν ήδη προδοθεί, η επανάσταση κηρύχθηκε το Φεβρουάριο του 1821 στο Ιάσιο, πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Στις 24 Φλεβάρη κυκλοφόρησε η περίφημη προκήρυξη του Υψηλάντη, Μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος, στην οποία ανταποκρίθηκαν αρκετοί Έλληνες, μεταξύ των οποίων οι νέοι. Όμως η Ρωσία δεν έρχεται ως αναμενόμενος αρωγός, ενώ το Πατριαρχείο αφορίζει, επισήμως στις 23 Μάρτη, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και τον Μιχαήλ Σούτσο - Βόδα, μαζί με όλους τους επαναστάτες:
«[...] θέλοντες (οι επαναστάτες) να διαταράξωσιν την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας την οποίαν απολαμβάνουσιν υπό την αμφιαφή αυτής σκιά με τόσης ελευθερίας προνόμια, όσα δεν απολαμβάνει άλλο έθνος υποτελές και υποκείμενον... να διακηρύξετε την απάτην των ειρημένων κακοποιών και κακοβούλων ανθρώπων και να τους αποδείξητε και να τους στηλιτεύετε πανταχού ως κοινούς λυμεώνας και ματαιόφρονας... και παραδίδοντας και εκείνους τους απλουστέρους, όσοι ήθελον φορασθή, ότι ενεργούν ανοίκεια του ραγιαδικού χαρακτήρος [...]».
Μπορεί η μάχη στο Δραγατσάνι (Ιούνιος 1821) να οδήγησε στη σφαγή των νέων του Ιερού Λόχου και στη συντριβή του κινήματος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, αλλά απoτέλεσε τον ιδανικό αντιπερισπασμό για να κηρυχθεί η Επανάσταση στην Ελλάδα και να υπερκεραστούν οι αντιρρήσεις των προκρίτων. Αυτή ήταν η αρχή του υπεράνθρωπου αγώνα που μετά από χρόνια σκληρών μαχών ανάγκασε τους «Συμμάχους» να στρέψουν τα μάτια προς την Ελλάδα και να έρθει η απελευθέρωση. Η Φιλική Εταιρεία για περίπου επτά χρόνια ανέτρεψε την ηττοπάθεια, οργάνωσε και εκπαίδευσε τον κόσμο, συγκέντρωσε χρήματα και προετοίμασε τον ένοπλο αγώνα. Και όλο αυτό από τους ανθρώπους που δε λύγιζαν στη θέα του τι είχε να γίνει. Η ύπαρξη και η δράση της αποδεικνύει ότι πολλές φορές το φαινομενικά ουτοπικό και αδύνατο μπορεί να γίνει πραγματικότητα, γιατί η πραγματικότητα δεν αντιστρατεύεται πάντα το όραμα και το όραμα μπορεί κάλλιστα να γίνει πραγματικότητα. Η Φιλική Εταιρία πέτυχε το σκοπό της γιατί είχε όραμα και ιδανικά. Τα μέλη της δεν ήταν προσωπικότητες που δρούσαν για τον εαυτό τους, ούτε είχαν στο μυαλό τους δόξα και τιμές. Όλοι μαζί μέσα απ' την καρδιά τους ήταν μια οντότητα και μια ιδέα. Αν δούμε στο σήμερα η ιδέα που κυριαρχεί είναι, ο καθένας για τον εαυτό του και πάνω σε αυτή την ιδέα, έχουμε χάση εκείνο το ανθρώπινο χαρούμενο στίγμα της αρχής «όλοι για έναν και ένας για όλους». Η αρχή της ελευθερίας έχει υποδουλωθεί στην αρχή της ατομικής αίσθησης του "κάνω ότι μου αρέσει". Πραγματική ελευθερία θα βρούμε μόνο αν απαγκιστρωθούμε από τον ίδιο μας τον εαυτό, προς μια ευρύτερη έννοια και ευρύτερη αρχή.

Βιβλιογραφία
Η άγνωστη Τέχνη (ΙΩΛΑΟΣ) Εκδόσεις ΔΙΩΝ
Φιλική Εταιρεία - Διαφωτισμός - Τεκτονισμός (Βασίλειος Ηλιάδης) Εκδόσεις ΔΙΩΝ
Δημ. Φωτιάδη, Η Επανάσταση του Εικοσιένα
Φ. Κ. Βώρου, «Αυτοί που προετοίμασαν την Επανάσταση»
Π. Π. Γερμανού, Απομνημονεύματα
Βικιπαίδεια, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
http://www.e-zine.gr

Δ.Π.