Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ

 

H oμιλία της Ελένης Εξηνταβελόνη στην Θεοσοφική Εταιρία

Ο φόβος, ειδικά όπως εμφανίζεται στον άνθρωπο της σημερινής εποχής, έχει πολλές μορφές. Εδώ θα εστιάσομε κυρίως στον ενστικτώδη φόβο και λιγότερο σε επίκτητες φοβικές καταστάσεις εμμονών και ψυχολογικού άγχους. Ο φόβος, κατά βάση,  χαρακτηρίζεται ως ένα έμφυτο αίσθημα που υπακούει στο αρχέγονο ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Είναι το εξαιρετικά δυσάρεστο συναίσθημα που καταλαμβάνει κάποιον στην παρουσία ή στην σκέψη πραγματικού ή υποθετικού κινδύνου.

Ο φόβος αποτελεί προειδοποιητικό σήμα και θέτει ολόκληρο τον οργανισμό σε ετοιμότητα συναγερμού ώστε να αντιμετωπισθεί μία απειλή και να αποτραπεί πιθανή βλάβη. Το συναίσθημα του φόβου διεγείρει το νευροφυτικό σύστημα και τους ενδοκρινείς αδένες, έτσι που το σώμα μπαίνει σε επιφυλακή και ρυθμίζεται με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι ικανό να αντιδράσει γρήγορα και δυναμικά, χωρίς την μεσολάβηση της σκέψης. Διακρίνεται από το άγχος στο ότι  ο φόβος συνιστά αντίδραση σε μια συγκεκριμένη εξωτερική απειλή και υποχωρεί όταν η απειλή αποχωρήσει, ενώ το άγχος αποτελεί συναισθηματική απάντηση στην αναμονή ενός ασαφούς κινδύνου και διαρκεί πολύ περισσότερο από τον φόβο.

 

 

ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΕΝΣΤΙΚΤΑ

Επειδή στην πρωταρχική του μορφή είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τα ένστικτα –κυρίως με αυτό της αυτοσυντήρησης, θα κάνομε μία μικρή αναφορά σε αυτά.

Με τον όρο ένστικτο εννοείται η εγγενής τάση ή ορμή των ατόμων κάθε ζωικού είδους να εκδηλώνουν συγκεκριμένες συμπεριφορές υπό την επίδραση ορισμένων συνθηκών. Είναι μια  έμφυτη παρόρμηση που ρυθμίζει τις ενέργειες του ανθρώπου, ανεξάρτητα από βουλητικές λειτουργίες. Δεν είναι προϊόν μάθησης και γίνεται για ικανοποίηση μιας ζωτικής ανάγκης χωρίς τη συμμετοχή της συνείδησης. Το ιστορικό των φιλοσοφικών και επιστημονικών αντιπαραθέσεων για την ύπαρξη και τη δύναμη των ενστίκτων είναι πλούσιο και κοινωνικά φορτισμένο.

O Thomas Hobbes (1588-1679) χαρακτήρισε τον άνθρωπο σαν “homo homini lupus”, πιστεύοντας δηλαδή ότι είναι από τη φύση του ένα σκληρό και κακό ζώο χωρίς συμπόνια για τον συνάνθρωπό του. O Άγγλος φιλόσοφος υποστηρίζει ότι το κύριο καθοριστικό γνώρισμα της ανθρώπινης φύσης είναι ο εγωισμός  και κάθε άνθρωπος, δεν έχει άλλη επιλογή εκτός του να συσσωρεύει δύναμη για να διασφαλίζει την αυτοσυντήρησή του, εξ αιτίας του φόβου ότι εάν δεν το κάνει ο ίδιος, θα το κάνει κάποιος άλλος, και έτσι αυτός θα βρεθεί στο έλεος του άλλου.

Αντιθέτως, ο Γάλλος φιλόσοφος Rousseau (1712-1778) θεώρησε ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του αγνός και καλός και ο σύγχρονος πολιτισμός είναι αυτός που τον διαφθείρει κάνοντάς τον επιθετικό και βίαιο, ενώ ο John Locke υποστήριξε ότι ο άνθρωπος γεννιέται ως «άγραφος πίνακας» (tabula rasa), χωρίς οποιαδήποτε έμφυτη προδιάθεση και ορμή.

Ο Φρόιντ, επηρεασμένος από το έργο του Δαρβίνου, υιοθέτησε  την ιδέα της συνέχειας μεταξύ των ζώων και των ανθρώπων. Ο άνθρωπος, όπως και τα ζώα, δρα με βάση τα ένστικτα. Στο άνθρωπο τα ένστικτα περιέχονται στο “εκείνο” (“id”), το μέρος της προσωπικότητας το οποίο αφορά στις ασυνείδητες λειτουργίες του ανθρώπου. Συνεπώς, η κινητήρια δύναμη στον άνθρωπο είναι οι ορμές, που τον ωθούν να ικανοποιήσει τις βιολογικές ανάγκες του. Ο Φρόιντ τελικά υποθέτει την ύπαρξη δύο ενστίκτων στον άνθρωπο, του “έρωτα” και του “θανάτου”. Το ένστικτο του «έρωτα» είναι το ένστικτο για ζωή και ανάπτυξη και περιλαμβάνει τα ένστικτα της αυτοσυντήρησης, της συμβίωσης, το σεξουαλικό και των γεννητόρων.

Το ένστικτο του «θανάτου» συνιστά τη ρίζα της επιθετικότητας και της καταστροφικής  ιδιοσυγκρασίας του ανθρώπου. Ο Φρόιντ περιέγραψε τη λειτουργία της ενστικτώδους αυτής ορμής ως εξής: η εσωστρέφεια της ορμής του θανάτου καταλήγει σε κατάθλιψη, ενώ αντιθέτως, η εξωστρέφεια της ορμής αυτής καταλήγει σε επιθετικότητα.[1] Επίσης, ο Φρόιντ εισήγαγε την έννοια της “ψυχικής ενέργειας”, μιας μόνιμης πηγής ενέργειας που υπάρχει στον άνθρωπο και στην οποία βασίζεται η θεωρία τον ενστίκτων. Τα ένστικτα, ορμόμενα από την ψυχική ενέργεια είναι αναγκαίο να εκτονωθούν. Tη διαδικασία της εκτόνωσης την ονόμασε «κάθαρση». Αφορά στο φαινόμενο της ψυχικής και σωματικής εξαντλήσεως που παρουσιάζεται όταν το άτομο εκφράζει τις απαγορευμένες και καταπιεσμένες ορμές του. Μία αρχή της ψυχαναλυτικής θεραπείας είναι ότι η κάθαρση φέρνει μόνο προσωρινή ανακούφιση (επειδή οι ορμές δεν έχουν βρει ικανοποιητικό μηχανισμό άμυνας). Επομένως, ζητούμενο είναι  το άτομο να βρει τρόπους έκφρασης αλλά και ελέγχου  των ενστικτωδών του παρορμήσεων στην πραγματική ζωή και τις καθημερινές του σχέσεις.

Ειδικά ως προς την ερμηνεία της επιθετικότητας, θεωρίες όπως αυτές της «κοινωνικής μάθησης» (Άλμπερτ Μπαντούρα) απορρίπτουν  την ιδέα της κάθαρσης και δείχνουν με πειράματα ότι το να δίνεται ευκαιρία σε ενήλικες ή παιδιά να είναι επιθετικοί ενθαρρύνει και αυξάνει την επιθετικότητά τους, παρά την μειώνει.[2] Υποστηρίζουν εξάλλου ότι η επιθετικότητα είναι προϊόν μάθησης και όχι ενστικτώδης ορμή, ισχυρισμός που δεν είναι ευρύτερα αποδεκτός και αφήνει κενά ως προς την εξήγηση της βίαιης συμπεριφοράς.

«Τα ζώα με την υψηλότερη νοημοσύνη έχουν ασθενέστερο ενστιγματικό οπλισμό. Η Φύση τα εμπιστεύεται περισσότερο και αφήνει μεγαλύτερα περιθώρια στη θέλησή τους. Αυτός είναι ο λόγος που ο άνθρωπος, συγκριτικά με τα άλλα ζώα έχει τα λιγότερα και ατελέστερα σχηματισμένα ένστικτα.  Ο ρόλος των ενστίκτων είναι πολύ σημαντικός κατά την παιδική ηλικία, τότε δηλαδή που ο άνθρωπος δεν έχει φτάσει ακόμη στην πλήρη σωματική και πνευματική του ανάπτυξη και χρειάζεται την «κηδεμονία» της φύσης. Αλλά και κατά την ωριμότητα τα ένστικτα εξακολουθούν να τον επηρεάζουν. Επειδή όμως είναι πλέον ικανός να ανακαλύπτει τρόπους σκόπιμης συμπεριφοράς για να προσαρμόζεται αποτελεσματικά στις παρουσιαζόμενες καταστάσεις, η αντίληψη και η διάνοια αναλαμβάνουν κατά μεγάλο μέρος το έργο των ενστίκτων…».[3]

Η σύγχρονη νευροβιολογία στην πλειοψηφία της, όπως θα δούμε και παρακάτω, τείνει να τοποθετείται κάπου στο ενδιάμεσο των ακραίων απόψεων περί «καλής» και «κακής» φύσης των ενστίκτων και κατά πόσο αυτά καθορίζουν τα κίνητρά μας. Ο άνθρωπος αν και πράγματι κουβαλάει συνέχεια κάποια ένστικτα μαζί του, πιθανότατα σε εκείνο το τμήμα της προσωπικότητάς του που ο Φρόυντ ονόμαζε “id” (εκείνο), διατηρεί ο ίδιος σε μεγάλο βαθμό την ευθύνη της διαχείρισής τους.

 

ΦΟΒΟΣ ΚΑΙ ΕΓΚΕΦΑΛΟΣ

Οι Νευροεπιστήμες έχουν δείξει ότι ο φόβος σχετίζεται με και ενεργοποιεί συγκεκριμένες περιοχές στον εγκέφαλο. Θα αναφερθούμε σε αυτές, καθώς θα  περιγράφομε την  λειτουργία του εγκεφάλου βάσει μιας θεωρίας που πρώτος διατύπωσε ο Καναδός Νευροφυσιολόγος  Paul MacLean (1913-2007). Σύμφωνα με αυτήν, ο σημερινός εγκέφαλος του ανθρώπου και των άλλων θηλαστικών αποτελεί σύμπλεγμα τριών “εγκεφάλων” οι οποίοι δημιουργήθηκαν και προστέθηκαν σταδιακά κατά τη διάρκεια της εξέλιξης. Το σχήμα του θυμίζει μανιτάρι. Τα τρία αυτά τμήματα τα οποία προοδευτικά ενσωμάτωσε ο εγκέφαλός μας, είναι με τη σειρά της εμφάνισής τους ο “εγκέφαλος του ερπετού”, ο “παλαιοθηλαστικός εγκέφαλος” και ο “νεοθηλαστικός  εγκέφαλος ή νεοφλοιός”. [4]

Ο αρχαιότερος «ερπετοειδής εγκέφαλος» -που ονομάσθηκε έτσι από τον Μακ Λιν επειδή αναπτύχθηκε πρώτα στα ερπετά,  περιλαμβάνει το εγκεφαλικό στέλεχος και αποτελεί προέκταση του νωτιαίου μυελού (αντιστοιχεί με το κοτσάνι του μανιταριού). Διεκπεραιώνει τις βασικές εγκεφαλικές λειτουργίες από τις οποίες εξαρτάται η ζωή: την καρδιακή λειτουργία και την αναπνοή. Είναι η έδρα των ενστικτωδών αρχέγονων ωθήσεων: της επιθετικότητας, του κινδύνου, της υπεράσπισης του εδάφους, των ενστίκτων συντήρησης και αναπαραγωγής, όλων των ωθήσεων που έχουν σκοπό την  εξασφάλιση της επιβίωσης του είδους. Από εδώ ξεκινά η ρύθμιση του βαθμού εγρήγορσής μας και ως εκ τούτου είναι εκείνος που πυροδοτεί τις αντιδράσεις ετοιμότητας σε πιθανό κίνδυνο.

Ο παλαιοθηλαστικός ή συναισθηματικός εγκέφαλος είναι ο ενδιάμεσος και σε  μεγάλο βαθμό ταυτίζεται με το στεφανιαίο ή μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου. Δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο και τα υπόλοιπα θηλαστικά να αναπτύξουν και να εκδηλώσουν ένα ολόκληρο σύστημα συναισθηματικών κωδίκων, όπως η στοργή, ο θυμός, η αρέσκεια /απαρέσκεια, η κινητοποίηση /ακινητοποίηση.

Ο νεοθηλαστικός ή  σκεπτόμενος εγκέφαλος, είναι το νεότερο τμήμα του κεντρικού νευρικού συστήματος. Όλες οι ικανότητες που διαφοροποιούν τους αθρώπους από τα ζώα οφείλονται στις λειτουργίες  του νεοφλοιού. Καταλαμβάνει τα δύο τρίτα του συνολικού εγκεφάλου  και ρυθμίζει ή σχετίζεται με  ανώτερες λειτουργίες όπως η γλώσσα, η φαντασία, η λογική, ο συλλογισμός. Ο προμετωπιαίος φλοιός, μία περιοχή του νεοφλοιού, είναι η περιοχή που φαίνεται να διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στη συγκρότησή μας ως λογικών, πνευματικών και ηθικών οντοτήτων. Αυτό το τμήμα του εγκεφάλου μας επιτρέπει να αποφασίζουμε για τη συμπεριφορά μας, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να οργανώσουμε και να σχεδιάσουμε τις δράσεις μας

Τα τμήματα αυτά του εγκεφάλου λειτουργούν αλληλοεπηρεαζόμενα, αλλά και συχνά ανταγωνιστικά. Η μεταξύ τους σχέση μεταβάλλεται προοδευτικά με τον χρόνο και με την εκπαίδευση. Η διαμόρφωση του νεότερου τμήματος του ανθρώπινου εγκεφάλου αυξάνει ολοένα και περισσότερο την δυνατότητα αυτού να ελέγχει ή να αναστέλλει αυθόρμητες βίαιες εκρήξεις (θυμός, οργή, πάθος κ.λ.π.) του συναισθηματικού εγκεφάλου.  Η δράση ωστόσο του εκάστοτε κατώτερου τμήματος του εγκεφάλου μπορεί μεν να επηρεαστεί σημαντικά από τη δράση του ανώτερου τμήματος, αλλά όχι να εξουδετερωθεί πλήρως, ειδικά ως προς ότι ορίζομε ως ένστικτο.

Όπως δείχνουν οι μελέτες, την ευθύνη για την αναγνώριση και την  σημασιολόγηση ενός κινδύνου έχει μία περιοχή του συναισθηματικού εγκεφάλου που λέγεται αμυγδαλή. Σε πείραμα προσομοίωσης συνθηκών κινδύνου, καταγράφηκε πως όταν ο κίνδυνος ήταν μακριά, τότε την ευθύνη της διαχείρισης της πληροφορίας του κινδύνου είχε μια περιοχή του νεότερου σκεπτόμενου εγκεφάλου η οποία ενεργοποιείται σε συνθήκες αγωνίας και βοηθά στην αναζήτηση στρατηγικών αντίδρασης. Αντίθετα όταν η απειλή πλησίαζε πολύ κοντά, τότε η εγκεφαλική δραστηριότητα μετατοπιζόταν σε μια περιοχή του «εγκεφάλου του ερπετού», η οποία πυροδοτούσε τον μηχανισμό άμεσης αντίδρασης μέσω ενός πολύπλοκου δικτύου νεύρων σύνδεσης με πολλά μέρη του εγκεφάλου.[5]

Ένας σημαντικός αριθμός πειραμάτων έδειξε ότι τα νευρικά κύτταρα της αμυγδαλής μπορούν να απομνημονεύσουν ερεθίσματα που σχετίζονται χρονικά με κάποιο ερέθισμα πόνου. Τα συνδεδεμένα με αυτόν τον τρόπο με τον πόνο ερεθίσματα είναι δυνατόν να προκαλέσουν αντίδραση φόβου και άγχους ακόμη και όταν απουσιάζει το επώδυνο ερέθισμα. Η μνήμη όμως που εγκαθίσταται στην αμυγδαλή είναι μια ασυνείδητη άδηλη μνήμη, γεγονός που υποδηλώνει τον σημαντικό ρόλο που παίζουν οι ασυνείδητες διαδικασίες στη συναισθηματική συμπεριφορά του ανθρώπου. [6]

Οι φοβικές αντιδράσεις λοιπόν παρότι συνήθως αποτελούν ασπίδα προστασίας δεν αφορούν πάντα  έναν πραγματικό κίνδυνο και δύνανται να περιστέλλουν την ελευθερία του ατόμου.  Ο σκεπτόμενος νεοεγκέφαλος του ανθρώπου μέσω της φαντασίας και της σκέψης μπορεί να προκαλεί αισθήματα φόβου και να πυροδοτεί ανάλογες αντιδράσεις για φανταστικούς κινδύνους στο παρόν ή στο μέλλον. Οι φοβικές συμπεριφορές, όπως είδαμε,  ενεργοποιούν τα κατώτερα τμήματα του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα ανώτερες λειτουργίες του νεοφλοιού όπως η σκέψη, η κρίση και η βούληση να είναι αδύναμες και ως εκ τούτου εύκολα χειραγωγήσιμες. Ο φόβος, από έναν ενστικτώδη μηχανισμό προστασίας μπορεί να μετατραπεί σε ένα εργαλείο χειραγώγησης και περιορισμού της ελευθερίας.

 

Ο ΦΟΒΟΣ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ

Ο Παν-επιστήμονας Αριστοτέλης  περισσότερο από κάθε άλλον στοχαστή έχει πραγματευθεί το ζήτημα του φόβου.

ἔστω δὴ ὁ φόβος λύπη τις ἢ ταραχὴ ἐκ φαντασίας
μέλλοντος κακοῦ φθαρτικοῦ ἢ λυπηροῦ.[7]

Με αυτόν τον τρόπο, όπως και ο Μύστης Πλάτωνας, ορίζει στην  Ρητορική του  τον φόβο∙  «ένα είδος λύπης ή μια μορφή αναστάτωσης, που προκαλεί η ιδέα κάποιου καταστρεπτικού ή οδυνηρού κακού που πρόκειται να συμβεί».

Στα Ηθικά Νικομάχεια, προσπαθώντας να ορίσει την αρετή περιγράφει σε αντιθετικά ζεύγη διάφορα είδη «κακιών» που χαρακτηρίζονται από την «υπερβολή» ή τη «έλλειψη», παραθέτοντας σε αυτά την αντίστοιχη αρετή που αποτελεί μεσότητα. Ο φιλόσοφος θεωρεί τον φόβο ως μορφή κακίας από την πλευρά της έλλειψης σε σχέση με το αλόγιστο θάρρος που αποτελεί κακία από την πλευρά της υπερβολής. Ως μεσότητά τους ορίζει την Ανδρεία. Ο ανδρείος δηλαδή κατά τον Αριστοτέλη, αποτελεί το «μέσον» ανάμεσα στον θρασύ και το δειλό.  Αναφέρει ότι και οι δειλοί και οι θρασείς βρίσκονται μόνιμα σε πλάνη, καθώς ο μεν δειλός θεωρεί φοβερά όσα δεν είναι, ενώ ο θρασύς περιφρονεί τα φοβερά είτε από άγνοια είτε σε παροξυσμό τρέλας. Σε άλλο σημείο στα Ηθικά Μεγάλα (1.5.3.1–1.5.5.7) τονίζει  ότι αν κάποιος είναι τόσο άφοβος ώστε να μην φοβάται ούτε τους θεούς, τότε αυτός δεν θεωρείται ανδρείος αλλά μανιακός. Επομένως και οι πολλοί φόβοι φθείρουν, αλλά και η παντελής απουσία τους.

Οι άνθρωποι κατά τον Σταγειρίτη γίνονται άφοβοι με δύο τρόπους: είτε γιατί δεν έχουν δοκιμάσει ποτέ κίνδυνο είτε γιατί έχουν την αναγκαία βοήθεια. Επίσης, νιώθουν θάρρος 1)αν πιστεύουν ότι έχουν πολλά πλεονεκτήματα, όπως αφθονία χρημάτων, σωματική δύναμη, δυνατούς φίλους, ισχυρή χώρα, 2) αν δεν έχουν αδικήσει κανέναν ή τουλάχιστον όχι πολλούς, 3)αν έχουν καλές σχέσεις με τους θεούς, 4) όσοι πιστεύουν ότι αν επιχειρήσουν κάτι ή θα το πετύχουν  ή δεν πρόκειται να πάθουν τίποτε (Ρητ. 2.5. 1383a31).

Η Ανδρεία, όπως αναφέρει, σχετίζεται βέβαια με το θάρρος και το φόβο, αλλά περισσότερο με πράγματα που προκαλούν φόβο. Αυτός για τον οποίο δεν υπάρχει τίποτε φοβερό δεν μπορεί να θεωρηθεί ανδρείος. Ανδρείος δηλαδή για τον φιλόσοφο είναι εκείνος που παραμένει ατάραχος και τηρεί σωστή στάση απέναντι στα φοβερά κι όχι απέναντι σε εκείνα που δίνουν θάρρος. Στο περί αρετών και κακιών αναφέρει ότι ανδρεία είναι να μην αποκαρδιώνεται κανείς από το φόβο του θανάτου, να είναι θαρραλέος στις συμφορές και τολμηρός στους κινδύνους και να προτιμά να πεθάνει καλά από το να επιβιώσει ποταπά. Αντίθετα, γνώρισμα της δειλίας είναι η εύκολη αναστάτωση και ανησυχία από τυχαίους φόβους και κυρίως λόγω του φόβου του θανάτου ή της σωματικής αναπηρίας, όπως και το να θεωρεί κανείς καλύτερο να επιζήσει όπως-όπως από το να πεθάνει αξιοπρεπώς.[8]

 

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ

Περιγράψαμε τον φόβο, όχι ακριβώς  από ψυχολογική οπτική (όπως ορίσαμε στον τίτλο)  όσο από νευροβιολογική και φιλοσοφική. Η εσωτερική άποψη μπορεί να ανιχνευθεί σε όσα ήδη ειπώθηκαν. Ο φόβος είναι σύμφυτη ποιότητα της ύλης καθεαυτής, ορμούμενος όπως είδαμε από το βασικό ένστικτο της αυτοσυντήρησης που εδρεύει στον αρχέγονο ερπετοειδή εγκέφαλο. Ενυπάρχει ενστικτωδώς σε κάθε ζωντανό ον και αποτελεί σωτήριο κατά βάση μηχανισμό προστασίας κυρίως της σωματικής υπόστασης. Στον  άνθρωπο όμως αποκτά τραγικές διαστάσεις καθώς ενισχύεται με την σκέψη και την φαντασία και επεκτείνεται σε φόβο και ανησυχία για την διατήρηση οποιουδήποτε αποκτήματος –υλικού ή νοητικού.

Όσο μεγαλύτερη η προσκόλληση και η αγκίστρωση με οτιδήποτε έχομε ή δημιουργούμε, τόσο ενδυναμώνονται οι έμφυτοι φόβοι ή δημιουργούνται  νέοι παράλογοι ή φανταστικοί. Οι  αρχέγονες αιτίες του φόβου περιγράφονται ιδιαίτερα περιεκτικά και βαθύτατα στο απόσπασμα που θα παραθέσω αυτούσιο:

 «Ο φόβος είναι συνυφασμένος με το γεγονός αυτής της ίδιας της ύλης και με τη συνάντηση των ζευγών των αντιθέτων –ψυχής και ύλης. Οι αισθαντικές ψυχές των ζώων και των ανθρώπων έχουν υποσυνείδητα επίγνωση παραγόντων όπως:

Η απεραντοσύνη και συνεπώς η αισθητή καταπίεση του Όλου.

Η πίεση όλων των άλλων ζωών και υπάρξεων.

Η λειτουργία ενός Νόμου αδυσώπητου.

Η αίσθηση της αιχμαλωσίας, του περιορισμού και της συνεπακόλουθης ανεπάρκειας.

Στους παράγοντες αυτούς, που προκύπτουν από τη διαδικασία της ίδιας της εκδηλώσεως και που διαρκούν και αυξάνονται σε δύναμη στο διάστημα των αιώνων, βρίσκονται τα αίτια κάθε σύγχρονου φόβου και η βάση όλου του τρόμου, έξω από καθετί που είναι καθαρά ψυχολογικά και όχι απλώς ο ενστικτώδης φόβος του ζώου».[9]

Ο Αριστοτέλης και άλλοι φιλόσοφοι  όπως ο Κίρκεγκωρ και ο Χάιντεγκερ έχουν εστιάσει σε αυτές τις ιδέες με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο.

Ο Δανός φιλόσοφος Κίρκεγκωρ (1813-1855) συναισθάνεται πως η θρησκευτική εμπειρία δεν εξαλείφει τον υπαρξιακό τρόμο, του δίνει όμως ένα μυστικό πρόσωπο και τον μετατρέπει σε μια ασκητική ζωής.  Ενώπιον του Θεού ολόκληρη η δημιουργία σείεται από μια ανείπωτη προσδοκία και φρίκη μαζί.[10]

Αργότερα το Dasein (υπάρχον εγώ)  ενός άλλου φιλοσόφου εξορκίζει τον υπέρτατο φόβο του θανάτου. Ο Χάιντεγκερ (1889-1976) αντιλαμβάνεται το υπαρκτικό είναι  ως ένα «είναι-προς-θάνατον». Υπάρχω σημαίνει ότι ζω ανά πάσα στιγμή με την επίγνωση του θανάτου και ακριβώς αυτή η σκέψη είναι που ξυπνάει εντός της υπαρκτικής συνείδησης την ορμή για δημιουργία, το μένος της γνήσιας πράξης. Η αυθεντική συνείδηση  χαρακτηρίζεται από τη διαρκή μέριμνα και το θεμελιακό τρόμο μπροστά στο αδυσώπητο μηδέν που την περισφίγγει. Ο τρόμος της , όπως το είχε δει και ο Κίρκεγκωρ, δεν έχει συγκεκριμένο αντικείμενο. Ο υπαρξιακός άνθρωπος δεν φοβάται αυτό ή εκείνο το εμπειρικό πράγμα. Στην πραγματικότητα δεν φοβάται τίποτε. Ο φόβος του δε έρχεται από τα έξω, βγαίνει από τα μέσα χωρίς εξωτερική αιτία. Είναι εκδήλωση του εσωτερικού βάθους του υπαρκτικού Εγώ, σύμπτωμα της επαφής του με την απουσία που είναι στην καρδιά του κόσμου.[11]

Ο Αριστοτέλης, όπως είδαμε, αναφέρεται στον φόβο (δέος θα μπορούσε να ειπωθεί πιο ορθά) που αισθάνεται ακόμα και ο ανδρείος προς τον «Θεό» –Άπειρο, και στον φόβο που αισθάνεται αυτός που αδικεί (εσωτερικό ένστικτο για την ύπαρξη του «αδυσώπητου Νόμου», της συμπαντικής νομοτελειακής ανταπόδοσης).

 

ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ;

Η επιστήμη της σύγχρονης ψυχολογίας έχει δώσει σε ικανοποιητικό βαθμό τρόπους αντιμετώπισης ψυχολογικών φόβων –φοβιών και καταστάσεων έντονου άγχους. Η τάση αποφυγής καταστάσεων που μπορούν να διεγείρουν φόβο (φόβος για τον φόβο) συντηρούν και αυξάνουν φοβικές συμπεριφορές. Μόνο όταν οι φόβοι αντιμετωπίζονται και εξοικειώνεται κανείς μαζί τους μπορούν να ξεπερασθούν. Η δράση φαίνεται να είναι η θεραπεία για κάθε είδους φόβο –ψυχολογικό, επίκτητο ή ενστικτώδη. Όπου ως δράση εννοούμε την  Κίνηση προς το αντικείμενο του φόβου. Αυτή η κίνηση περιλαμβάνει αρχικά παρατήρηση, γνώση και κατανόηση της κατάστασης που προκαλεί φόβο, και εν συνεχεία σταδιακή εξοικείωση με αυτήν.

Όπως είδαμε και στις παραθέσεις του Αριστοτέλη,  ανδρείος είναι αυτός που ενώ  έρχεται αντιμέτωπος με συνθήκες που προκαλούν φόβο,  στέκει ψύχραιμος και δρα σε πείσμα του φόβου.

Στοχαστές  όπως Δον Χουάν Μάτους / Καστανέντα, ο Κοέλο και ο Καζαντζάκης υμνούν περήφανα με την γραφή τους την στάση αυτή που συνιστά τον δρόμο του Πολεμιστή. Του Πολεμιστή αυτού που δεν παραδίδεται στις αντιξοότητες, που δεν λιποψυχά, που θαρραλέα αναλαμβάνει την ευθύνη για τα δρώμενα του κόσμου τούτου. «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λές: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.»[12] Αυτός ο Πολεμιστής  γνωρίζει πως ο «εχθρός» (όσο υπάρχει τέτοιος) δεν είναι μόνο κάπου εκεί έξω…  «Ο φόβος, οι έγνοιες και το άγχος είναι η μοίρα κάθε ανθρώπου και δεν μπορούν ούτε και πρόκειται να αντισταθμιστούν ή να κατανικηθούν από κανένα παράγοντα μικρότερο από την ίδια την ψυχή».[13]

Υπέρτερο χρέος του ανθρώπου είναι συνεχώς να διαρρηγνύει τους περιορισμούς του και να διευρύνει τα όριά του. Να δρα σε πείσμα του φόβου και να αντιλαμβάνεται ότι όπου υπάρχει φόβος, υπάρχει και η ευκαιρία για γνώση, ανάπτυξη και διεύρυνση. Ο φόβος σηματοδοτεί τα όριά μας. Τα όρια όμως, αν και απολύτως απαραίτητα για την λειτουργία μας, έχουν προσωρινή μόνο αξία και οφείλουμε ολοένα να τα επεκτείνουμε. Η Πνευματική μας υπόσταση και καταγωγή μας επιτρέπει και μας υποχρεώνει να το κάνομε. Στο διηνεκές.


Αναρτήθηκε από τον/την lykofron

[1] Λήοναρντ Κρίσταλ Η Ψυχολογία στη Ζωή μας, Ψυχογιός, Αθήνα 1980

[2] Ο.π.

[3] Ε.Π.Παπανούτσος, Ψυχολογία, Νόηση, Αθήνα 2008

[4] Stefan Leiding, Ingrid Glomp, Γιατί Φοβόμαστε, Θυμάρι, Αθήνα 2010

[5] Καθ. Νευροανατομικής Γεωργ.Χ.Παπαδόπουλος, από άρθρα του αναρτημένα στο διαδίκτυο.

[6]Καθ.Φυσιολογίας  Ηλίας Κούβελας,  άρθρο του στο διαδίκτυο.

[7] Δ. Λυπουρλής, Αριστοτέλης,  Ρητορική,  Βιβλίο Πρώτο, Ζητρός 2002

[8] Οι παραθέσεις του Αριστοτέλη είναι από αναρτημένη στο διαδίκτυο διπλωματική εργασία της Ευφροσύνης Κωσταρά με τίτλο: ο έλεος και ο φόβος στον Αριστοτέλη.

[9] Αλίκη Μπεϊλη, Πραγματεία .Λ.Μ., σ.299

[10] Π. Βαλλιάνος, Φιλοσοφία στην Ευρώπη, Ε.Α.Π. Πάτρα 2000

[11] Ο.π.

[12] Νίκος Καζαντζάκης, Ασκητική

[13]{ Όπου ως «ψυχή» ας εννοήσομε την εσωτερική πνευματική μας φύση}. Αλίκη Μπεϊλη, Πραγματεία .Λ.Μ.,  σ.303