Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

Οι ιδεολάτρες Έλληνες ήταν μονοθεϊστές

 

Η χριστιανική θρησκεία ευρήκε στον Πυθαγόρα την έννοια του ενός και μόνον Θεού, της αρχικής και απόλυτου μονάδος. στους Ελεάτες τον ένα. στον Ηράκλειτο τον Λόγο. στον Αναξαγόρα τον Νουν. στον Πλάτωνα το άκρον αγαθόν και το πρώτον κινούν στον Αριστοτέλη

(Μητροπολίτης Πισιδίας Μεθόδιος Φούγιας)

Αλιεύοντας απ’ τον ωκεανό της ανεξάντλητης γνώσης των κειμένων της αρχαίας Ελληνικής γραμματείας, παραθέτονται ορισμένα μόνο αποσπάσματα που αποδεικνύουν τον ισχυρισμό σχετικά με την πίστη των Ελλήνων στον Έναν Θεό

Περί ανθρωπομορφισμού

Πριν όμως παραθέσουμε αυτά και σε ότι αφορά το προηγούμενο δημοσίευμα, οφείλουμε να επαναλάβουμε πως ότι ως πληροφορίες ρεπορτάζ καταγράψαμε είναι απόλυτα διασταυρωμένα, τα επιβεβαιώνει δε η τοπική εκκλησία, η οποία διαθέτει και τα απαραίτητα αποδεικτικά. Επί της ουσίας όμως: Είναι αστείο να πιστεύει κανείς ότι οι Τιτάνες του πνεύματος, οι άνθρωποι που άναψαν τη δάδα του πολιτισμού για να φωτίσουν την οικουμένη, ήταν ειδωλολάτρες. Ότι δηλαδή απ’ τη μια έφτιαχναν Παρθενώνες και γεννούσαν επιστήμες, σχολές και πολιτεύματα και απ’ την άλλη λάτρευαν τα έργα των καλλιτεχνών τους. Αυτό δεν στέκει στην κοινή λογική. Και όχι μόνο ειδωλολάτρες δεν ήταν, αλλά είχαν απορρίψει τον ανθρωπομορφισμό. Χαρακτηριστική ήταν η συμπεριφορά του Διογένη του Κυνικού που κάθε πρωί έβγαινε απ’ το πιθάρι του, έπαιρνε το πιατάκι του και πήγαινε στους ναούς παρακαλώντας τα αγάλματα – «είδωλα» να του το γεμίσουν με φαγητό! Κι αν αυτό ήταν η γραφικότητα της εποχής, θα περιοριστούμε μόνο στον Ευριπίδη που χαρακτήρισε «ελεεινά κατασκευάσματα» των ποιητών τους ανθρωπόμορφους Θεούς (Ηρακλής μαινόμενος, 345) και στον Ξενοφάνη που πολύ απλά είπε ότι «αν είχαν χέρια τα βόδια, τα άλογα και τα λιοντάρια, θα ζωγράφιζαν τους θεούς τους σαν βόδια, άλογα

και λιοντάρια» (Αλλ’ ει χείρας είχον βόες…)!

Περί πολυθεϊσμου

Ο μεγάλος Σταγειρίτης φιλόσοφος με την… Αριστοτελική του λογική συμπεραίνει ότι «ένα τον Θεόν προσήκειν είναι», προαιώνιο και αθάνατο και παντοδύναμο και ανώτατο αγαθό «πάντων κράτιστον και βέλτιστον» διότι: «ει γαρ μη, κρατείν αν και κρατείσθαι υπ’ αλλήλων τα μέρη Θεού, όπερ αδύνατο». Που θα πει ότι: «εάν δεν είναι ένας ο Θεός, αλλά χωρισμένος σε πολλούς, τότε άλλοτε θα ήταν κυρίαρχος και άλλοτε κυριαρχούμενος, πράγμα λογικώς αδύνατο». Ο Παρμενίδης διακηρύσσει ότι το θείον είναι το μόνο «Εόν», το μόνο πραγματικώς υπάρχον και λέει: «Το Ον είναι απόλυτη, αγέννητη και αναλλοίωτη παρουσία», «ουδέ διαιρετόν», αλλά «άναρχον και άπαυστον», μη υποκείμενο σε κίνηση και ευρισκόμενο πάντοτε ολόκληρο μέσα στον εαυτό του. Ο δε Ξενοφάνης, πιο συγκεκριμένα ορίζει: «Εις Θεός, μέγιστος, ούτε δέμας θνητοίσιν ομοιίος ουδέ νόημα – ούλος ορά, ούλος δε νοεί, ούλος δε τ’ ακούει – αεί δε ταυτώ μίμνει κινούμενος ουδέν, φρενί δε πάντα κραδαίνει». Δηλαδή: «Ένας είναι ο Θεός, μέγιστος, και δεν μοιάζει ούτε στο σώμα, ούτε στη νόηση με τους θνητούς, όλα τα βλέπει, τα νοεί, τα ακούει. Και ενώ αιώνια παραμένει έξω απ’ την κίνηση του σύμπαντος (δηλ. έξω απ’ τη γένεση και τη φθορά του κόσμου), με το νου του κινεί τα σύμπαντα». Με απόλυτο τρόπο για τον «ένα Θεό» μίλησε και ο Ορφέας: «Εις Θεός εστί, μόναρχος, αθέσφατος, αιθέρι ναίων (=κατοικών), αυτοφυής, αόρατος, ορώμενος, βλέπον αυτός άπαντα. Εις Θεός, ως μόνος άρχει, υπερμεγέθης, αγέννητος, πανυπέρτατος, ος πεποίηκεν ουρανόν…». Ο Αναξίμανδρος, εξίσου σαφέστατα διακήρυξε: «Το άπειρον… αγέννητον και άφθαρτον… αρχή των άλλων δοκεί είναι και περιέχειν άπαντα και πάντα κυβερνάν… Και τούτο είναι το θείον, αθάνατον και ανώλεθρον». Όσο για τον «θείο» Πλάτωνα, περιττό να πούμε οτιδήποτε. Το γεγονός και μόνο ότι εξόρισε απ’ την «ιδανική» του Πολιτεία τους Ολύμπιους… είναι αρκετό. Ο δε δάσκαλός του, ο Σωκράτης, πλήρωσε με το κώνειο την πίστη του στον ένα θεό… τον τριαδικό!!!

Τρις υπόστατος

         Παρεμβάλουμε τη σχετική αναφορά για να καταδείξουμε, πάντα με παραπομπές σε αρχαίους συγγραφείς, ότι οι αρχαίοι Έλληνες όχι μόνο πολυθεϊστές δεν ήταν, όχι μόνο συνέλαβαν την έννοια του μονοθεϊσμού, αλλά μπόρεσαν προφητικώς να προσεγγίσουν και το τρισυπόστατο της θείας υπάρξεως. Όταν λοιπόν η Πυθία ρωτήθηκε ποιος την εμπνέει, απάντησε: «Θεός ουράνιος, φως τριλαμπές».

Ο Ερμής… «εκέκλητο Τρισμέγιστος διότι περί Τριάδος εφθέγξατο, ειπών εν Τριάδι μίαν είναι θεότητα…» (Λεξικό Σουΐδα). Ο ίδιος οΑριστοτέλης έγραψε: «… ουκ έστι άλλο μέγεθος, δια το τρία πάντα είναι και τρις πάντη. Καθάπερ γαρ φασί και οι Πυθαγόρειοι, το παν και τα πάντα τοις τρισίν ώρισται». Στον Πλωτίνο επίσης διαβάζουμε ότι «… εκ τριών εστί…» (η κρείττων και θειοτέρα φύσις).

Να γιατί όταν ο Ιησούς Χριστός ενημερώθηκε ότι ανάμεσα στο πλήθος βρίσκονται και δύο Έλληνες, αναφώνησε ότι «ήγγικεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του ανθρώπου». Γιατί, όπως ορθώς παραδέχεται ο μητροπολίτης Πισιδίας Μεθόδιος Φούγιας « η χριστιανική θρησκεία ευρήκε στον Πυθαγόρα την έννοια του ενός και μόνον Θεού, της αρχικής και απόλυτου μονάδος. στους Ελεάτες τον ένα. στον Ηράκλειτο τον Λόγο. στον Αναξαγόρα τον Νουν. στον Πλάτωνα το άκρον αγαθόν και το πρώτον κινούν στον Αριστοτέλη».

Ζευς – Deus – Θεός

         Οι φιλόλογοι, απανταχού της γης δέχονται την ερμηνεία που πρώτος ο Πλάτων έδωσε στη λέξη «Θεός», ετυμολογώντας την απ’ το ρήμα «Θέω» που σημαίνει «τρέχω», επειδή ο Θεός είναι… πανταχού παρών! Θα προσεγγίσουμε μια διαφορετική ετυμολογία: Ο Ζευς (του Διός στη γενική) είναι κατά τη γνώμη του υπογράφοντα το κείμενο αυτό λέξη ταυτόσημη με το «Θεός». Οι Λατίνοι διατήρησαν το –ευς αντικαθιστώντας το «Ζ» με το αρχικό της γενικής «Δ» και το έκαναν deus. Η λέξη deus σημαίνει Θεός. Ως αντιδάνειο επέστρεψε στην Ελλάδα και το οδοντικό «Δ» αντικαταστάθηκε με το επίσης οδοντικό «Θ». Έτσι το «deus» έγινε Θ-eus δηλαδή… Θεός. Η λέξη «Θεός» υπήρχε βεβαίως πολύ πριν τους Λατίνους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπήρξε τέτοια παραφθορά, αφού οι Έλληνες οικιστές είχαν ταξιδέψει σε ολόκληρο τον τότε γνωστό (και άγνωστο) κόσμο, ιδρύοντας αποικίες. Άρα η πρόσμιξη είναι δεδομένο ότι υπήρχε απ’ τους αρχαϊκούς ακόμη χρόνους. Μην ξεχνάμε ότι ο Θεός των Ελλήνων, είναι αυτός που προκαλεί το δέος. Δέος που οι Βάρβαροι προφέρουν «deos»… δηλαδή Θεός! Οι Έλληνες άλλωστε με τη λέξη «Ζευς» δεν εννοούσαν… τον ερωτύλο κυβερνήτη του Ολύμπου, αλλά τον ένα και μοναδικό, «τω άγνωστω Θεώ». Ο Αισχύλος, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι αποκαλύπτει μέσω των τραγωδιών του τα απόρρητα μυστικά των Ελευσινίων Μυστηρίων, στον Αγαμέμνονα το λέει καθαρά: «Ζευς, όσεις ποτ’ εστίν…». Ο Ζευς δηλαδή, όποιος κι αν είναι! Και ποιος είναι; Απαντάει ο ίδιος: «Ζευς εστίν αιθήρ, Ζευς δε γη, Ζευς δ’ ουρανός, Ζευς τα πάντα…». ΟΔιογένης Λαέρτιος στη βιογραφία του Ζήνωνα, αφού αναπτύσσει τις απόψεις του περί ενός Θεού, μας πληροφορεί ότι οι… διάφορες θεότητες δεν ήταν παρά ιδιότητες του αυτού Θεού: «Θεόν δ’ είναι ζώον (ζων ον) αθάνατον, λογικόν, τέλειον ή νοερόν εν ευδαιμονία, κακού παντός ανεπίδεκτον, προπονητικόν κόσμον τε και των εν κόσμω. μη είναι μέντοι ανθρωπόμορφων, είναι δε τον μεν δημιουργόν των όλων και ώσπερ πατέρα πάντων κοινώς τε και το μέρος αυτού το διήκον διά πάντων, ο πολλαίς προσηγορίαις προσονομάζεται κατά τας δυνάμεις. Δια μεν γαρ φασί δι’ ον τα πάντα, Ζήνα δε καλούσι παρ’ όσον του ζην αιτιός έστιν η δια του ζην κεχώρηκεν, Αθηνάν δε κατά την εις αιθέρα διάτασιν του ηγεμονικού αυτού, Ήραν δε κατά την εις αέρα και Ήφαιστον κατά την εις το τεχνικόν πυρ, και Ποσειδώνακατά την εις το υγρόν, και Δήμητρα κατά την εις γην. ομοίως δε και τας άλλας προσηγορίας εχόμενοί τινος οικειότητος απέδοσαν». Μας καταθέτει δηλαδή ο Διογένης ότι η Ήρα, η Αθηνά, ο Ποσειδών και οι λοιποί «Θεοί»… δεν είναι ξεχωριστές θεότητες, αλλά «προσηγορίαις», ιδιότητες του ενός και μόνον Θεού!

Σημείωση – προσθήκη:

         Η παραπάνω ετυμολόγηση της λέξεως «Θεός» δεν απαντάται σε κανένα λεξικό. Οι φιλόλογοι δέχονται στο απόλυτο σύνολό τους την ετυμολογία του Πλάτωνος. Και ασφαλώς δεν είναι ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου που θα αμφισβητήσει τον Πλάτωνα… Όμως οι ίδιοι οι φιλόλογοι το κάνουν σε πολλές άλλες λέξεις που ο θείος Πλάτων έχει ετυμολογήσει. Ενδεικτικά θα αναφέρουμε ορισμένα παραδείγματα απ’ τον Κρατύλο, όπου ο Πλάτων λέει ότι η λέξη «Δημήτηρ» προέρχεται από την «δόσιν της εδωδής», δηλαδή από την παροχή τροφής (αντί του σωστού από τη Γη μήτηρ). Ή η λέξη «τέχνη» που κατά τον Πλάτωνα προέρχεται από παραφθορά του «έξιν του νου» (η λέξη προέρχεται από το τίτκω που σημαίνει γεννώ). Άλλο παράδειγμα εσφαλμένης ετυμολογίας του Πλάτωνος είανι η «δόξα». Υποστηρίζει ότι προέρχεται από την «δίωξιν», από την «επιδίωξιν» της ψυχής δηλαδή να γνωρίσει τη φύση των πραγμάτων (η δόξα παράγεται απ’ το ρήμα δοκέω =νομίζω). Ή η «ψυχή» που κατά τον Πλάτωνα παράγεται από τη «φυσέχη», δηλαδή από την φράση «φύσιν οχεί και έχει» που σημαίνει ότι κρατάει σταθερή και στέρεη τη φύση (η ψυχή παράγεται απ’ το ψύχω …και είναι ένα ψυχρό αεράκι, μια πνοή!!).

         Ο Πλάτων βεβαίως, ο μέγιστος των φιλοσόφων, ούτε… αγράμματος ήταν ούτε παράλογος. Είχε τους λόγους του που εσκεμμένα και ευσυνείδητα προχωρούσε σε λανθασμένες ετυμολογήσεις, άλλοτε για να διδάξει αυτό που πέρα απ’ την ίδια την έννοια της λέξης υπήρχε, άλλοτε για να γελοιοποιήσει τους Σοφιστές και τα τεχνάσματά τους, μιμούμενος ακριβώς τη δική τους μεθοδολογία σε λέξεις που όλοι ήξεραν ότι η σωστή ερμηνεία δεν είναι αυτή. Κατά συνέπεια, όχι μόνο δεν υπονοείται αμφισβήτηση του Πλάτωνος με την ετυμολόγηση που δώσαμε παραπάνω, αλλά αντίθετα, σε πλήρη ευθυγράμμιση μαζί του ειρωνικά απορρίπτουμε κάθε σύγχρονη… σοφιστεία.

(Αποσπάσματα από το βιβλίο  "Αιτωλία και Ακαρνανία: Εν αρχή ην ο Μύθος")

http://tektonesagriniou.blogspot.g