Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα διαμέσου των Αιώνων

 
Από πού προέρχεται η λέξη κάλαντα

Ο όρος «Κάλαντα» προέρχεται από τη λατινική λέξη Calendae (Καλένδες) που σημαίνει πρωτομηνιά στο Ρωμαϊκό ημερολόγιο.

Το έθιμο των Καλάντων όμως αντλεί τις ρίζες του πολύ πιο βαθιά στο παρελθόν, και πιο συγκεκριμένα στα βάθη της  Ελληνικής Αρχαιότητας, όταν οι παιδικές φωνές αντηχούσαν στις γειτονιές των αστικών κέντρων αλλά και στην ύπαιθρο, όταν υμνούσαν τον «Αγερμό» την «Ειρεσιώνη», τα «Κορωνίσματα» και τα «Χελιδονίσματα»

Τα Κάλαντα στην Αρχαία Ελλάδα

Την εποχή του Ομήρου στη Σάμο, ή και αργότερα στην Αθήνα, κατά τις ετήσιες «Νουμηνίες», (δηλαδή το νέο μήνα –μια έννοια ευρύτερη που αναφερόταν στο ξεκίνημα μιας νέας εποχής) τα παιδιά επισκέπτονταν ένα-ένα τα σπίτια της γειτονιάς τους κρατώντας στο χέρι ένα κλαδί ελιάς που ήταν διακοσμημένο με μαλλί από μικρά προβατάκια (δηλαδή «έριο» στα αρχαία ελληνικά και γι’ αυτό οι γιορτές ονομάζονταν «Ειρεσιώνη»), και άλλα γούρικα αντικείμενα όπως βάζα με μέλι, λάδι ή κρασί. Εκεί τραγουδούσαν ευχές για την καλή σοδειά και καλωσορίσματα για τα χελιδόνια («Χελιδονίσματα») χαιρετίζοντας έτσι την άνοιξη που πλησίαζε. Διαβαίνοντας το κατώφλι του νοικοκύρη έψαλλαν ευχές για πλούτη και ειρήνη.

Με λίγα λόγια, γιόρταζαν με το δικό τους τρόπο την «καρδιά» του χειμώνα που σιγά-σιγά θα έδινε τη θέση του στην άνοιξη.

Μια χαρακτηριστική μελωδία για τις «Νουμηνίες» από την Αρχαία Ελλάδα :

«Δώμα προσετραπόμεσθ’  ανδρός μέγα δυναμένοιο, ος μέγα δύναται, μέγα δε βρέμει, όλβιος αιεί, αυταί ανακλίνεσθε θύραι. Πλούτος γαρ έσεισι
πολλός, συν πλούτω δε και ευφροσύνη τεθαλυία, ειρήνη τ’  αγαθή. Όσα δ’  άγγεα, μεστά μεν είη, κυρβαίη δ’  αιεί κατά καρδόπου έρπει μάζα,
του παιδός δε γυνή καταδιφράδα βήσεται ύμμιν, ημίονοι δ’  άξουσι κραταίποδες ες τόδε δώμα, αυτή δ’  ιστόν υφαίνει επ’  ηλέκτρου βεβαυία
Νευμαί τοι νεύμαι ενιαύσιος ώστε χελιδών Εστηκ’  εν πορφύροις
».

Δηλαδή: « Σ΄ αυτό το σπίτι πού ‘ρθαμε του πλουσιονοικοκύρη ας ανοιχτούν οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα να μπει άφθονη η χαρά κι η ποθητή ειρήνη
για να γεμίσουν τα σταμνιά, κι οι χωματένιες κύρβεις και να φουσκώσει η σκάφη του ζυμάρι κριθαρένιο. Και η γυναίκα του υγιού με σύνεση μεγάλη ας έρθει μεσ’  στο σπίτι αυτό με δυνατά μουλάρια για να υφάνει το πανί σ’ αντί κεχριμπαρένιο και γύρω να φτεροκοπούν χρονιάρικα χελιδόνια και ερυθρόχρωμα πουλιά αντάμα να πετούνε
».

Μόλις τελείωναν, τότε ο νοικοκύρης άνοιγε το δωμάτιο με τις ετήσιες σοδειές και πρόσφερε στα παιδιά ό,τι καλύτερο είχε. Μα αν τολμούσε να αργήσει έστω και λίγο, τότε τα παιδιά συνέχιζαν ψέλνοντας:

«Ει μεν τι δώσεις ει δε μη, ουχ εστήξομεν  ου γαρ συνοικήσοντες ενθάδ’ ήλθομεν».

Δηλαδή: «Είτε μας δώσεις κάτι, είτε όχι, εμείς δεν θα καθίσουμε διότι δεν ήλθαμε να συγκατοικήσουμε εδώ».

Τα Κάλαντα στις αρχές του Χριστιανισμού


Με την επικράτηση του Χριστιανισμού τα Κάλαντα της αρχαίας Ελλάδας ξεχάστηκαν, εξ’ αιτίας της γενικότερης τάσης για αφανισμό και απαγόρευση κάθε είδους ειδωλολατρικού στοιχείου από την καθημερινότητα.  

Κατά τη διάρκεια μάλιστα της ΣΤ’ Οικουμενικής Συνόδου απαγορεύτηκε κάθε μορφής τραγούδι ή άλλος κοσμικός ύμνος, και όταν ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερωτήθηκε τι επιτρέπεται να τραγουδά ο κόσμος, εκείνος απάντησε: «Τους ψαλμούς του Δαβίδ»!

Ίσως γι’ αυτό να γράφτηκε και ο παρακάτω ύμνος, ο οποίος αναφερόταν στον Άγιο Βασίλη, έναν από τους τρεις μεγάλους δασκάλους της Χριστιανοσύνης, που αρνιόταν να τραγουδήσει ύμνους κοσμικούς:

- Βασίλη πόθεν έρχεσαι, Βασίλη που πηγαίνεις;
- Απ, την Καισαρεία έρχομαι στο σπίτι μου πηγαίνω.
- Βασίλη για τραγούδησε, Βασίλη πες τραγούδια.
- Εμένα οι γονείδες μου τραγούδια δε μου μάθαν,
μονέ με στέλναν στο σχολειό να μάθω γραμματάκια...

Τα Κάλαντα στα νεότερα χρόνια

Οι αιώνες, οι χιλιετηρίδες πέρασαν και τα Κάλαντα της αρχαιότητας καταπολεμήθηκαν. Παρ’  όλα αυτά σήμερα, τρεις χιλιάδες χρόνια αργότερα, τα τραγούδια αυτά έχουν νικήσει το χρόνο και τραγουδιούνται με την ίδια σπουδαιότητα και χαρμόσυνη διάθεση όπως τότε, αλλά με διαφορετική μορφή και για διαφορετικούς λόγους.  Αντίθετα μάλιστα, ενσωματώθηκαν στη χριστιανική παράδοση και συνεχίζουν να μοιράζουν ευχές για καλή χρονιά και πλούσιες σοδειές.

Επάνω ακριβώς στο ίδιο μοτίβο των αρχαίων ύμνων που αναφέραμε διαμορφώθηκαν τα πρώτα Κάλαντα του σύγχρονου χριστιανικού Ελληνισμού.

Κάλαντα για το Σπιτικό και για όλη την Οικογένεια

«Χριστούγεννα πρωτούγεννα πρώτη γιορτή του χρόνου για βγείτε δείτε μάθετε όπου ο Χριστός γεννάται γεννάται κι ανατρέφεται με μέλι και με γάλα
το μέλι τρώνε οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες....»

Για το νοικοκύρη του σπιτιού τραγουδάνε τα παρακάτω:

«Αφέντη όταν γεννήθηκες, σε θρέφανε λιοντάρια κι εβγήκες ο ξεδιαλεχτός μέσα στα παλικάρια. Άλλοι κουρσεύουν με σπαθιά κι άλλοι με δοξάρια,
Και συ, τι θάμα είν’ αυτό! κουρσεύεις με το μάτι. Και του ματιού σου η σαϊτιά πύργους ξεθεμελιώνει, Πύργους και πετροπήγαδα κι αυλές μαρμαρωμένες»

Για την κυρά του σπιτιού τραγουδάνε τα παρακάτω:

«Πολλά είπαμε αφέντη μου, τώρα να πούμε της κυράς σου. Κυρά μ’  όταν θα στολιστείς στην εκκλησιά να πάγεις βάζεις τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι αστήθι και του κοράκου το φτερό βάζεις καμαροφρύδι»

Για την κόρη που ήταν για παντρειά τραγουδάνε τα παρακάτω:

«Σε τούτο σπίτι που ‘ρθαμε με μάρμαρο στρωμένο εδώ ‘χουν κόρη παντρειά κόρη για αρραβώνα την τάζουν για το Βασιλιά, την τάζουν για το Ρήγα
Δεν θέλω γιο του βασιλιά δεν θέλω γιο του Ρήγα μόν’ θέλω τ’ αρχοντόπουλο που περπατά καβάλα...»

Όλα όμως τα τραγούδια έχουν το ίδιο εξής τέλος:

«Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε μόνε σας αγαπήσαμε κι ήρθαμε να σας δούμε. Δώστε μας και τον κόκορα δώστε μας και την κότα
Δώστε μας και πεντ’ έξι αυγά να πάμε σ’ άλλη πόρτα».

Τα Κάλαντα του Τριέσπερου τέλος , έρχονται ευθέως από τους Αρχαίους Χρόνους , και ακόμα τραγουδιούνται στην Κύπρο σε ορισμένα ορεινά χωριά.

Καλήν εσπέραν άρχοντες, αν είναι ορισμός σας  Ηλιου τη θεία γέννηση να πω στ' 'αρχοντικό σας.  Απόλλων΄ άρχοντα θεέ, έλα ξανά κοντά μας  συ φωτοδότη Βασιλιά, φώτισε την καρδιά μας. Λιώσε τα χιόνια στα βουνά ζεστανε τα πλατάνια  φέρε μας γέλια και χαρά, ειρήνη και ζωντάνια.  Στο σπίτι αυτό που μπήκαμε οι εστίες να μη σβήσουν  κι όλοι οι νοικοκυραίοι του χίλια χρόνια να ζήσουν.

Αναρτήθηκε από ΧΛΕΤΣΟΣ ΒΑΣΙΛΗΣ