Τρίτη, 7 Απριλίου 2015

Περί του εορτασμού του Πάσχα

 

Το Πάσχα αρχικά ήταν μια παμπάλαια ετήσια ποιμενική οικογενειακή γιορτή πού γιορτάζονταν από τις νομαδικές φυλές της Παλαιστίνης και της Μ. Ανατολής γενικότερα κατά τη νύκτα της πρώτης πανσελήνου μετά την εαρινή ισημερία, δηλ. την 14η του μήνα Abib ή των στάχυων (που αργότερα ονομάσθηκε Νισάν) πολύ προ του Μωυσέως και της εξόδου των Εβραίων από την Αίγυπτο. Η 14η του ήταν ημέρα σφαγής και θυσίας του αμνού ή του χιμάρου (δηλ. ερίφου και σήμερα κατσικιού).
Κατά την ημέρα αυτή πρόσφεραν ως θυσία ένα νεαρό χρονιάρικο ζώο από το κοπάδι. Αυτό έπρεπε να είναι αρσενικό και αρτιμελές και δεν έπρεπε να σπάσει κανένα κόκκαλο του. Με το αίμα του ράντιζαν τους παραστάτες και το ανώφλι της πόρτας του σπιτιού, ως αποτρεπτικό κακού και ως ένδειξη προστασίας. Τέλος το κρέας του σφαγίου έπρεπε να φαγωθεί ολόκληρο, χωρίς να βράσει, ψητό, από όλα τα μέλη της οικογένειας κατά τη διάρκεια της νύκτας.

Το θρησκευτικό αυτό δείπνο συνδέθηκε αργότερα από τους Εβραίους με τη δέκατη πληγή του φαραώ (οπότε πέρασε ο Γιαχχβέ από τα σπίτια όλων των Εβραίων χωρίς να τα πειράξει ενώ έπληξε με θάνατο τα σπίτια των Αιγυπτίων και την εξόντωση όλων των πρωτότοκων αυτών) και την έξοδο-απελευθέρωση των Εβραίων από την Αίγυπτο.

Ετσι το Πάσχα για τους Εβραίους ταυτίσθηκε με την απελευθέρωση τους και στα κατοπινά χρόνια (μέχρι και σήμερα) γίνεται σε ανάμνηση εκείνου του γεγονότος. Η λέξη Πάσχα ή Φάσκα είναι πολυσήμαντη. Για άλλους είναι εβραϊκή και σημαίνει διάσωση, απελευθέρωση (από τη δουλεία) και διάβαση (από την Ερυθρά θάλασσα) ενώ για άλλους είναι ασσυριακή ή αιγυπτιακή. Για την Παλ. Διαθήκη προέρχεται μάλλον από το ρήμα pasah και σημαίνει είτε χωλαίνω είτε χορεύω (θρησκευτικό - τελετουργικό χορό) γύρω από τη θυσία και συνεκδοχικά σημαίνει ξεφεύγω, περνώ, απαλλάσσω. Γενικά για τους Εβραίους το Πάσχα είναι ημέρα πένθους.
Αργότερα η γιορτή αυτή των Εβραίων συνδέθηκε με μια άλλη αγροτική θρησκευτική γιορτή τους. Πρόκειται για τη γιορτή των Αζύμων, κατά την οποία επί 7 ημέρες παρασκευάζονταν άζυμοι άρτοι ως γιορτή εξαγνισμού και στη συνέχεια από τις απαρχές του θερισμού (το πρώτο σιτάρι) έπιαναν νέο προζύμι, από το καινούργιο σιτάρι ως δείγμα ετήσιας ανανέωσης της ζύμης. Η γιορτή αυτή γιορτάζονταν ευθύς μετά το Πάσχα, δηλ. μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας, ήτοι μετά τη νύκτα της 14ης του Νισάν (που όπως αναφέρθηκε ήταν η μέρα του Πάσχα, και άρχιζε από βραδύς.

Ετσι οι δυο αυτές γιορτές (το Πάσχα ως διάβαση και η γιορτή των Αζύμων, ως νέο προζύμι συνδέθηκαν ως μία και άλλοτε γιορτάζονταν και θεωρούνταν ως μια (Πάσχα) και άλλοτε διακρίνονταν σε δύο (Πάσχα και των Αζύμων) που διαρκούσε επτά ημέρες.
Για τον Χριστιανισμό το Πάσχα αναντίλεκτα είναι η πλέον δεσπόζουσα γιορτή. Είναι η κατ’ εξοχήν «εορτών εορτή» ή «μητέρα των εορτών». Είναι ο γιορτή και το γεγονός της σταυρικής κένωσης αλλά και της ένδοξης ανάστασης του Θεανθρώπου Ιησού ως το κατ’ εξοχήν και μοναδικό ειδοποιό γεγονός, κατά το οποίο οι κατά τόπους και

χρόνους μαθητές του Χριστού αδιάλειπτα ενώνονται με τον Κύριο και Θεό τους, τον αληθινό και μοναδικό Αμνό του Θεού, τον «αίροντα τις αμαρτίες όλου του κόσμου» και καθενός ξεχωριστά. Είναι το γεγονός που κάμνει τους πιστούς μετόχους στο θάνατο αλλά και την ανάστασή Του και που απελευθερώνει τον άνθρωπο από την αμαρτία και το θάνατο. Είναι η μετάγγιση, βίωση και η μέθεξη του θείου μέσα στην ανθρώπινη προσωπικότητα. Με την πίστη στο θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, τον πιστό μαθητή Του «θάνατος ουκέτι κυριεύει». Ετσι το σημείο του Σταυρού από σημείο θανάτου (του πλέον επαίσχυντου και επονείδιστου) μεταμορφώνεται σε σημείο νίκης κατά του θανάτου.
Κατά ταύτα το Πάσχα είναι το κέντρο της ζωής, όχι μόνον του Χριστού αλλά και κάθε χριστιανού διαχρονικά και διατοπικά, χωρίς διακρίσεις και εξαιρέσεις ή προϋποθέσεις. Με το Πάσχα ο πιστός βιώνει μια αδιάλειπτη χωροχρονικά μετάβαση, διάβαση, πέρασμα (Πάσχα) από το θάνατο (σωματικό, πνευματικό και αιώνιο) στη Ζωή και το «περισσόν αυτής»

Έτσι το εβίωσε ανέκαθεν η Εκκλησία από της αποστολικής εποχής και μετέπειτα σ’ όλη τη δισχιλιετή πορεία της, είτε μέσα σε διωγμούς ή πολέμους και αιρέσεις είτε σε εποχές γαλήνης, δόξας και λαμπρότητας, καθώς καθημερινά, κάθε φορά που τελείται το μυστήριο της Θ. Ευχαριστίας καταγγέλλεται και διαλαλείται ο θάνατος και η ανάσταση Αυτού.
Η μόνη «κηλίδα» και το «αντιλεγόμενο σημείο» στον εορτασμό και την προβολή του Πάσχα μέσα στη χριστιανική ιστορία είναι ο χρόνος, δηλ. η ημερομηνία και η ημέρα του εορτασμού του. Από της αποστολικής εποχής αυτά τα δύο (ημερομηνία και ημέρα) υπήρξαν αντιλεγόμενα και αμφιλεγόμενα. Κάθε περιοχή γιόρταζε αυτό το ύψιστο γεγονός με το δικό της τρόπο και χρόνο.
Για το λόγο αυτό συνέβαινε πολλές φορές ενώ σε μια περιοχή να γιορτάζουν το Πάσχα αλλού να αναμένουν να έλθουν κάποιες άλλες ημερομηνίες και ημέρες.
Για το λόγο αυτό κατά την Α’ Οικουμενική Σύνοδο το 325 στη Νίκαια της Μ. Ασίας αποφασίσθηκε να γιορτάζουν όλοι οι χριστιανοί της οικουμένης την ίδια ημερομηνία και ημέρα.

Για να προσδιοριστεί ακριβέστερα αυτός ο κοινός εορτασμός αποφασίσθηκε να τηρούνται από όλους ανεξαίρετα τους χριστιανούς οι εξής 4 βασικές προϋποθέσεις:
1. Να γιορτάζεται μετά την εαρινή (ανοιξιάτικη) ισημερία του ηλίου.
2. Να γιορτάζεται μετά την πρώτη πανσέληνο που ακολουθεί την εαρινή ισημερία.
3. Να γιορτάζεται μετά από το Πάσχα των Εβραίων, και
4. Να γιορτάζεται πάντα ημέρα Κυριακή. Εάν όμως την Κυριακή που πρόκειται να γιορτασθεί το χριστιανικό Πάσχα συμπίπτει με τον εορτασμό του Πάσχα και από τους Εβραίους, προκειμένου να μην υπάρχει ταυτόχρονος εορτασμός του Πάσχα από τους Εβραίους και τους Χριστιανούς τότε να μετατίθεται ο εορτασμός του χριστιανικού Πάσχα για την επόμενη Κυριακή.
Επειδή όμως δεν ήταν όλοι οι κατά τόπους επίσκοποι ικανοί να υπολογίσουν το πότε είναι η ακριβής ημερομηνία της εαρινής (ανοιξιάτικης) ισημερίας ούτε πότε ακριβώς θα είναι η πρώτη πανσέληνος μετά την εαρινή ισημερία δόθηκε εντολή από τους Πατέρες της ίδιας Οικουμενικής Συνόδου στον κατά καιρούς επίσκοπο (Πατριάρχη) Αλεξανδρείας (όπου υπήρχε πληθώρα αστρονόμων) να προσδιορίζεται από τους εκεί επιστήμονες η ακριβής ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα και στη συνέχεια ο εν λόγω επίσκοπος (Πατριάρχης) με «Πασχάλιες εορταστικές επιστολές» να κοινοποιεί κάθε χρόνο αυτή την ημερομηνία. Ετσι ο εν λόγω επίσκοπος (Πατριάρχης) κάθε χρόνο απέστειλε μια τέτοια «Πασχάλια εορταστική επιστολή» προς τους επισκόπους όλης της αυτοκρατορίας με την οποία τους γνώριζε το πότε ακριβώς θα έπρεπε να γιορτασθεί το έτος εκείνο το Πάσχα.
Οι αστρονόμοι της Αλεξάνδρειας για να υλοποιήσουν την εντολή των πατέρων της Α’ Οικουμενικής Συνόδου και προσδιορίσουν τον ακριβή χρόνο εορτασμού του χριστιανικού Πάσχα, πέραν των παραπάνω όρων έπρεπε να λάβουν υπόψη τους και άλλους παράγοντες. Και αρχικά τον ήλιο και τη σελήνη και τους «κύκλους» αυτών.
«Κύκλος ηλίου» ονομάζεται μια περίοδος 28 χρόνων, δηλ. μια τετραετία επί επτά (4Χ7:28) κατά την οποία η γη περιφέρεται γύρω από τον ήλιο, οπότε (σε συνδυασμό με τη θέση και τον κύκλο της σελήνης, για τον οποίον στη συνέχεια) έχουμε μια πλήρη συμπλήρωση ημερών και ημερομηνιών του χρόνου και επομένως κάθε 29ος χρόνος παρατηρείται μια πλήρης επανάληψη των ημερομηνιών και ημερών. Δηλ. όποια ημέρα έπεφτε π.χ. η 1η Απριλίου 2001 (Κυριακή) την ίδια ημέρα θα είναι και το 2029 (Κυριακή) (σε σχέση πάντοτε με τη θέση και τον κύκλο της σελήνης).

Δεν θα ασχοληθούμε εδώ για τον υπολογισμό αυτού του κύκλου του ηλίου, γιατί ξεφεύγει οπωσδήποτε από τα πλαίσια μιας απλής ενημέρωσης.
«Κύκλος σελήνης» ονομάζεται μια περίοδος 19 ηλιακών χρόνων , κατά την οποία η σελήνη, πού ο ετήσιος κύκλος της περί τη γη είναι 354,30 περίπου ημέρες, συμπίπτει περίπου με τον ηλιακό κύκλο. Αυτός ο «κύκλος» του σεληνιακού χρόνου ονομάζεται κύκλος σελήνης και επινοήθηκε από τον Έλληνα αστρονόμο Μέτωνα το 432 π.Χ. ο οποίος όμως «κύκλος» με την πάροδο των αιώνων αποκλίνει από την πραγματική θέση της σελήνης έστω κατά μερικά δεύτερα της μοίρας κάθε χρόνο, με συνέπεια σήμερα (μετά από 2.500 χρόνια) αλλού να είναι η σελήνη και αλλού να υπολογίζεται και άλλοτε να είναι η πανσέληνος και άλλοτε να υπολογίζεται.
Και εδώ δεν θα σταθούμε στον ακριβή υπολογισμό και προσδιορισμό αυτού του (μικρού) κύκλου.
Πασχάλιος μήνας :Ένα τρίτο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό του χρόνου του χριστιανικού Πάσχα είναι ο λεγόμενος «Πασχάλιος μήνας».
Κατά το «παλαιό» Ιουλιανό ημερολόγιο το διάστημα από 8ης Μαρτίου μέχρι 5ης Απριλίου κάθε χρόνου ονομάζεται «πασχάλιος ή σεληνιακός μήνας. Με βάση τη θέση της σελήνης αυτού του μήνα θα υπολογισθεί η Κυριακή του Πάσχα. Εάν π.χ. έχουμε νέα σελήνη στις 8 Μαρτίου τότε πανσέληνο θα έχουμε στις 21 Μαρτίου (8+13=21), οπότε είναι δυνατόν να εορτασθεί το Πάσχα των Εβραίων. Αλλ’ επειδή το Πάσχα των Χριστιανών πρέπει α) να είναι μετά την πανσέληνο και β) μετά το Πάσχα των Εβραίων κατά συνέπεια δεν μπορεί να εορτασθεί προ της 22ας Μαρτίου (εφ’ όσον αυτή είναι Κυριακή). Διαφορετικά αναζητείται η αμέσως επόμενη Κυριακή μετά την 22α Μαρτίου. Είναι ευνόητο ότι εάν η νέα σελήνη πέσει μετά την 8η Μαρτίου (και μέχρι την 5η Απριλίου, διότι ο Μάρτιος έχει 31 ημέρες, άρα 24 ημέρες του σεληνιακού μήνα και 5 ο Απρίλιος, 29 συνολικά μέρες) τότε αναζητείται με την προηγούμενη διαδικασία η ημέρα πανσελήνου (με τον υπολογισμό 1 (της νέας σελήνης)+13=14 ) δηλ. η 14η του σεληνιακού μήνα (ημέρα εορτασμού του εβραϊκού Πάσχα) για να αναζητηθεί στη συνέχεια η πρώτη Κυριακή προκειμένου να εορτασθεί το χριστιανικό Πάσχα. Εάν όμως η Κυριακή αυτή είναι η 14 του σεληνιακού μήνα (του Νισσάν, κατά τους Εβραίους) τότε κάνουμε την «υπέρθεση» και το χριστιανικό Πάσχα εορτάζεται την επόμενη Κυριακή.
Έτσι είναι δυνατόν να εορτασθεί το Πάσχα μέχρι τις 18 Απριλίου (5 +13 = 18) (πάντα κατά το πα-λαιό Ιουλιανό ημερολόγιο). Εάν δε συμπέσει αυτή η ημέρα να είναι Κυριακή και εορτάζουν οι Εβραίοι το Πάσχα τους τότε με την «υπέρθεση» μπορεί να φθάσει και μέχρι τις 25 Απριλίου (18 +7 =25).
Εάν τώρα στις 25 Απριλίου προσθέσουμε και άλλες 13 ημέρες που είναι η διαφορά μεταξύ παλαιού και νέου «Ιουλιανού» ημερολογίου τότε η 25 Απριλίου καταντά να είναι 8 Μαΐου (συγκεκριμένα στις 8 Μαΐου θα γιορτασθεί το Πάσχα κατά το 2078). Μετά δε το 2100 θα φθάσει να είναι και 9 Μαΐου (συγκεκριμένα αυτό θα συμβεί το 2173) και μετά το 2200 θα φθάσει στις 10 Μαΐου (συγκεκριμένα το 2268)!! κ.ο.κ. που σημαίνει ότι ενώ η πραγματική ισημερία θα είναι στις 21 Μαρτίου εμείς την μεν εαρινή ισημερία σήμερα την μεταθέτουμε κατά 13 ημέρες, (άρα την υπολογίζουμε στις 3 Απριλίου) και μετά το 2100 θα τη μεταθέτουμε κατά 14 ημέρες (άρα στις 4 Απριλίου), ενώ μετά το 2200 θα την μεταθέτουμε κατά 15 ημέρες (άρα στις 5 Απριλίου) κ.ο.κ
Άρα όλο και ξεφεύγουμε περισσότερο από την αστρονομική ημερομηνία της εαρινής ισημερίας και συνεκδοχικά και από την πραγματική ημερομηνία της πανσελήνου.
Πού οφείλεται η (πολλές φορές) διαφορετική ημερομηνία εορτασμού του Πάσχα μεταξύ Ρωμαιοκαθολικών και Ορθοδόξων.
Επειδή το παλαιό ρωμαϊκό ημερολόγιο πού ίσχυε στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία από της ιδρύσεως της Ρώμης (746 π.Χ.) και μέχρι τον Ιούλιο Καίσαρα κατά βάση ήταν σεληνιακό και είχε πολλές μεταβλητές για το λόγο αυτό ο εν λόγω ύπατος των Ρωμαίων έκρινε επιβεβλημένο να καθιερωθεί ένα καινούργιο ημερολόγιο, κατά βάση ηλιακό και όχι σεληνιακό.
Για το λόγο αυτόν μετεκάλεσε από την Αλεξάνδρεια στη Ρώμη το 45 π.Χ. τον Έλληνα αστρονόμο Σωσιγένη για να του καθιερώσει ένα καινούργιο ημερολόγιο, σχεδόν αποκλειστικά ηλιακό. Πράγματι ο Σωσιγένης παρουσίασε στον Ιούλιο Καίσαρα ένα καινούργιο ημερολόγιο σύμφωνα με το οποίο ο χρόνος να έχει 365 ημέρες και κάθε τέσσαρα χρόνια να προστίθεται και μια ακόμη (ανάμεσα στις 23 και 24 έκτη του Φεβρουαρίου) οπότε ο χρόνος θα είχε 366 ημέρες. Αυτός ο χρόνος ονομάσθηκε δίσεκτος χρόνος από το λατινικό bis sextus ante Kalendas Martias (δηλ. διπλή έκτη προ της πρωτομηνιάς του Μαρτίου),
Το ημερολόγιο αυτό, καίτοι ήταν έργο του Έλληνα Σωσιγένη ονομάσθηκε Ιουλιανό ημερολόγιο (κακώς βέβαια) και άρχισε να εφαρμόζεται από το 45 π.Χ. Αλλά το ημερολόγιο αυτό δεν ήταν τέλειο, γιατί ο ηλιακός χρόνος δεν είναι ακριβώς 365,25 ημέρες (οπότε 4Χ6=24) παρά 365 ημέρες, 5 ώρες , 48 ‘ και 46’ ‘ περίπου δευτερόλεπτα.
Αυτή η διαφορά των 11 λεπτών και 14 δευτερολέπτων του χρόνου στη διάρκεια 129 περίπου χρόνων μας δίδουν ολόκληρο εικοσιτετράωρο, δηλ. μια ακόμη ημέρα και κάθε 400 χρόνια η διαφορά είναι 3 και πλέον ημέρες
Για το λόγο αυτό με την πάροδο των αιώνων παρατηρήθηκε μια δυσαρμονία μεταξύ του πολιτι-κού-Ιουλιανού ημερολογίου και του αστρονομικού (ηλιακού), με συνέπεια το πρώτο να προτρέχει του αστρονομικού με αποτέλεσμα να κινδυνεύει το Πάσχα να γιορτάζεται μέσα στο χειμώνα και τα Χριστού-γεννα το φθινόπωρο. Κατά καιρούς πολλοί επιχείρησαν να διορθώσουν αυτή τη διάσταση μεταξύ Ιουλιανού ημερολογίου και αστρονομικού αλλά δεν το κατόρθωσαν για λόγους εμμονής στο Ιουλιανό ημερολόγιο τόσο της πολιτείας όσο και της εκκλησίας.
Τελικά όμως ό Πάπας Γρηγόριος 13ος ανέθεσε σε Βαυαρό αστρονόμο να διορθώσει αυτό το σφάλμα. Πράγματι έγινε η διόρθωση και από το 1582 καθιερώθηκε το νέο ημερολόγιο, που από τον Πάπα Γρηγόριο 13ο ονομάσθηκε Γρηγοριανό ημερολόγιο. Σύμφωνα με αυτό η 6η Οκτωβρίου του έτους εκείνου μετονομάσθηκε σε 15η με παράλειψη όλων των ενδιάμεσων 10 ημερών και γιορτάζεται το Πάσχα σύμφωνα με την αστρονομικά ακριβή ισημερία και όχι με την λανθασμένη του παλαιού Ιουλιανού ημερολογίου.
Η Ανατολική όμως εκκλησία δεν δέχθηκε αυτό το νέο ημερολόγιο και εξακολούθησε να διατηρεί και ως πολιτικό και ως εκκλησιαστικό το παλαιό Ιουλιανό, με συνέπεια άλλοτε να είναι η αστρονομική ισημερία του ηλίου και άλλοτε να την δέχεται, έως ότου η ελληνική πολιτεία (και στη συνέχεια το Οικουμενικό Πατριαρχείο και οι Εκκλησίες της Ελλάδος και Κύπρου) το 1924 υιοθέτησαν και αυτές (με κάποιες τροποποιήσεις) το αστρονομικά τελειότερο (όχι όμως απόλυτα τέλειο) Γρηγοριανό ημερολόγιο και όρισαν όπως η 10η Μαρτίου μετονομασθεί σε 23η με απάλειψη των ενδιαμέσων 13 ημερών, εκτός από τον χρόνο υπολογισμού του εορτασμού του Πάσχα, για το οποίο, όπως αναφέρθηκε και στη σημείωση διατηρείται ακόμα και σήμερα το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο.
Ανακεφαλαιώνοντας όλα τα προηγούμενα με κάθε συντομία μπορούμε να πούμε ότι για τον εορ-τασμό του Πάσχα :
Αμφότερες οι Εκκλησίες τηρούν την εντολή της Α’ Οικουμενικής Συνόδου να γιορτάζουν το Πάσχα ημέρα Κυριακή.
Από εκεί και πέρα όμως έχουν διαφορετικό τρόπο υπολογισμού του χρόνου του Πάσχα.

Έτσι:
α) η μεν Ανατολική Εκκλησία κράτησε, ως μη όφειλε όμως, απαραχάρακτα μεν τις εντολές της Α’ Οικουμενικής Συνόδου αλλά δεν υπολογίζει σωστά τόσο την αστρονομική ηλιακή ισημερία (εμμένοντας λανθασμένα στον υπολογισμό του Σωσιγένη, ότι ο χρόνος έχει ακριβώς 365,25 ημέρες, αντί του ορθού 365,5 ωρ, 48’ και 46’) όσο και στον υπολογισμό του Μέτωνα για την ακριβή θέση της σελήνης άρα και της πανσελήνου.
β) Η Δυτική Εκκλησία ναι μεν ακολουθεί τις ακριβείς αστρονομικές μελέτες για τον υπολογισμό της εαρινής ισημερίας και τη θέση της σελήνης και πανσελήνου αλλά καταστρατηγεί ένα άλλο σπουδαίο όρο της εν λόγω Οικουμενικής Συνόδου, γιατί γιορτάζει το Πάσχα αδιάκριτα εάν είναι προ του Εβραϊκού Πάσχα ή είναι την ίδια μέρα με το Χριστιανικό, κάτι που τηρεί με θρησκευτική ευλάβεια η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία γιορτάζει το Πάσχα της πάντα μετά από το Εβραϊκό Πάσχα.
Με αυτά τα λίγα εύχομαι σε όλους τους αναγνώστες «Καλή Ανάσταση καλό Πάσχα»
Για περισσότερες λεπτομέρειες ο ενδιαφερόμενος αντί πολλών επί μέρους βιβλιογραφικών παραπομπών παραπέμπεται στο έργο μου «Το Χριστιανικό Πάσχα μέσα στους αιώνες».

Πέτρος Γεωργαντζής Δρ. Θ.