Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Ο Τεκτονισμός υπό το πρίσµα των ραγδαίων επιστηµονικών…

 

Ο Τεκτονισμός υπό το πρίσµα των ραγδαίων επιστηµονικών, τεχνολογικών και κοινωνικών αλλαγών της τελευταίας δεκαετίας

Του Θ. Δ. Ξ.

 Το θέμα που θα σας αναπτύξω, παρουσιάζει µία εγγενή δυσκολία. Βρίσκεται, παρά την µεγάλη του σηµασία και τις σηµαντικότατες συνέπειές του ως µείζον γεωπολιτικό φαινόµενο, στα όρια της κανονικότητος του Τεκτονισµού, αφού πολύ εύκολα µπορεί στην ανάπτυξή του να παραβεί κανείς δύο πολύ σηµαντικά τεκτ. οροθέσια: των απαγορεύσεων δηλ. εν Στ. πολιτικών και θρησκευτικών συζητήσεων. Σπεύδω λοιπόν να σας προκαταλάβω λέγοντας ότι είναι ένα θέµα που ήδη από το 1998 έχει ξεφύγει από τα στενά πολιτικά και θρησκευτικά όρια, απετέλεσε αντικείµενο προβληµατισµού στον Ο.Η.Ε. και κατέληξε και σε απόφαση της ολοµελείας του. Συνεπώς, όντας οικουµενικό πλέον πρόβληµα µπορεί και πρέπει να µας απασχολήσει και να µας πρoβληµατίσει ως τέκτονες.

Το καλοκαίρι του 1993 ο καθηγητής του  Ήττον και διευθυντής του Ινστιτούτου Στρατηγικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ Samuel Huntington δηµοσιεύει εργασία µε τίτλο «Ή σύγκρουση, των πολιτισµών;» στο περιοδικό Foreign Affairs. Ήδη από την δευτέρα παράγραφο η εργασία αυτή οριοθετώντας το θέµα δηλώνει: «Η υπόθεσή µoυ είναι: ότι η βασική πηγή αντιπαραθέσεως στο νέο κόσµο δεν θα είναι κατά κύριο λόγο ιδεολογική ή οικονοµική. Oι βασικές διαιρέσεις της ανθρωπότητος και η κυρίαρχη πηγή αντιπαραθέσεως θα είναι πολιτισµική. Τα κυρίαρχα κράτη θα συνεχίσουν να παραµένουν οι σηµαντικότεροι παίκτες στα παγκόσµια θέµατα, αλλά οι κύριες αντιπαραθέσεις της παγκόσµιας πολιτικής θα προκύψουν µεταξύ εθνών και οµάδων διαφορετικών πολιτισµών. Η σύγκρoυση των πολιτισµών θα κυριαρχεί στην παγκόσµια πολιτική. Οι γραµµές ρήξεων, µεταξύ των πολιτισµών θα αποτελέσουν στο µέλλον τις γραµµές πολέµου». Η εργασία αυτή προκάλεσε αµέσως σάλο και στα χρόνια, που εν τω µεταξύ ακολούθησαν, δηµιούργησε φανατικούς οπαδούς αλλά και ακόµα φανατικοτέρους αντιπάλους. Και βεβαίως, τα γεγονότα της 11ης Σεπτεµβρίου ελάχιστα συνέτειναν στο να γεφυρωθεί το χάσµα µεταξύ των δύο αυτών απόψεων, αντίθετα η πόλωση και η ξενοφοβία που επακολούθησε, συνέτειναν στο να ενταθεί η αντιπαράθεση από τα δύο µέρη.

Στην πραγµατικότητα, η θεωρία της συγκρούσεως των πολιτισµών εµφανίσθηκε πολύ πριν την ανακοίνωση του Huntington. Ήδη από το 1953 ο µεγάλος Άγγλος ιστορικός Arnold Toynbee χρησιµοποιεί αυτόν τον όρο σε µία σειρά διαλέξεών του ενώ το 1990, ο ειδικός σε θέµατα Μέσης Ανατολής Bernard Lewis γράφει ότι η µουσουλµανική έχθρα προς την Δύση, δεν είναι «τίποτε άλλο από µία σύγκρουση πολιτισµών». Γιατί λοιπόν η ανακoίνωση αυτή του Huntihgton προκάλεσε σάλο; Μία απλή κατ” αρχήν εξήγηση της αντιδράσεως αυτής ήταν, ότι ήδη από το 1992 περίπου ό διπoλικός διαχωρισµός επί τη βάσει πολιτικών ιδεολογιών είχε χάσει την σηµασία του.

Από την άλλη όµως µεριά, ο διογκούµενος ισλαµικός ριζοσπαστισµός αφ” ενός και ο εξτρεµισµός που κατά πόδας τον ακολούθησε, παραδόξως και παρά τις προβλέψεις των κρατουσών µαρξιστoγενών κυρίως θεωριών ούτε γεννώνται ούτε αναπτύσσονται σε αποκλήρους ή οµάδες και εθνότητες χαµηλού εισοδήµατος αντιθέτως, γιγαντώνονται σε µεσοαστικές τάξεις.

Γιατί λοιπόν προέκυψε και κυρίως γιατί εντείνεται η σύγκρoυση µεταξύ των πολιτισµών; Εδώ µπορούµε να διακρίνουµε κατ” αρχήν τρείς λόγους:

1. Οι διαφορές πρώτ” απ” όλα µεταξύ των πολιτισµών είναι «θεµελιώδεις». Περιλαµβάνουν ιστορία, γλώσσα, πολιτισµό, κοινωνική ζωή και θρησκεία. Διαφορετικές όµως θρησκείες ορίζουν διαφορετικά:

ι) την φύση του θείου: ξεκινώντας από το γένος του και καταλήγοντας στην ηθική του φύση δηλαδή στην αγαθότητα ή όχι των προθέσεών του,

ιι) την φύση του ανθρώπου π.χ. µη ξεχνούµε το Χριστιανικό κατ” εικόνα και οµοίωσιν και φυσικά και την σχέση Θεού – ανθρώπου.

Τα διαφορετικά πολιτικά συστήµατα πάλι διαφέρουν σηµαντικά σε θέµατα θεωρήσεως της πολιτείας, οριοθετήσεως της ελευθερίας, εφαρµογής της δηµοκρατίας, αναγνωρίσεως του κοσµικού χαρακτήρος του κράτους, πλουραλισµού, ανοχής και κυριαρχίας του νόµου. Παρ” όλα αυτά και πέραν τούτων δεν πρέπει να λησµονείται επίσης ότι οι θρησκείες είναι ίσως από τα πιο σηµαντικά στοιχεία προσδιορισµού ενός πολιτισµού. Οι µεγάλες παγκόσµιες θρησκείες, που αυτήν την στιγµή είναι ο Χριστιανισµός, ο Ισλαµισµός, ο Ινδουισµός και ο Βουδισµός, αποτελούν τα θεµέλια επί των οποίων εδράζονται οι µεγάλοι πολιτισµοί. Βεβαίως, η ανάπτυξη και η εµπέδωση ενός πολιτισµού είναι µία ιδιαιτέρως βραδεία διαδικασία, διαρκείας πολλών αιώνων, οπότε κάθε πολιτισµός µεταλλάσσεται, εξελίσσεται, προσαρµόζεται, ωριµάζει και τέλος κάποια στιγµή µοιραία καταρρέει και εξαφανίζεται. Συνεπώς, οι πολιτισµικές διαφορές µεταξύ διαφορετικών πολιτισµών, ιδιαιτέρως µάλιστα µεταξύ πολιτισµών, οι οποίοι βρίσκονται σε ίδια ή παρεµφερή βιολογικά πρότυπα, είναι ιδιαιτέρως εµπεδωµένες και συνεπώς πολύ δύσκολα µπορούν να απαλυνθούν, να γεφυρωθούν ή να εξαφανιστούν.

2. Η επανάσταση των επικοινωνιών και της πληροφορικής, αυτό δηλαδή που σε κοινωνιολογικό επίπεδο ονοµάζεται µοντερνισµός, που κορυφώθηκε την τελευταία δεκαετία του 20ου και την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, έχει µε τη σειρά της πολλαπλές συνέπειες. Αφ” ενός βοηθάει την προσέγγιση, απαλύνει τις διαφορές και οµογενοποιεί τις διαφορετικές κουλτούρες, αφ” ετέρου όµως επιτρέπει και ενθαρρύνει τους ανθρώπους να συνειδητοποιήσουν τις πολιτισµικές διαφορές και ιδιαιτερότητές τους. Σύµφωνα µε τον Huntington λοιπόν θεωρείται, ότι τον 21ο αιώνα θα υπάρχουν έξι κύριες πολιτισµικές ενότητες: οι Προτεσταντικές ΗΠΑ, η Καθολική ΕΕ, η Ορθόδοξη Ρωσία, η Βουδιστική Κίνα(;), η Ινδουιστική Ινδία και τέλος ο Ισλαµικός κόσµος, που θα καθοδηγείται από το Πακιστάν.

Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι στις προτεσταντικές ΗΠΑ θα πρέπει να συνυπολογισθεί και ο Ιουδαϊσµός, αφού είναι γνωστόν το πόσο σηµαντικό ρόλο έπαιξε και παίζει στην διαµόρφωση και λειτουργία των πρoτεσταντικών οµολογιών. Από την άλλη µεριά πάλι δεν θα πρέπει να λησµoνείται η εβραϊκή οικονοµική επιρροή στην διαµόρφωση της γενικοτέρας πολιτικής των ΗΠΑ καθώς και ο οικονοµικός, και όχι µόνον, έλεγχος του εβραϊκού lobby στα ΜΜΕ και γενικότερα στο πολιτισµικό γίγνεσθαι των ΗΠΑ. Συνεπώς, κοινή θεώρηση  των δύο αυτών επιρροών δεν είναι άστοχη!

Σε αυτόν τον νέο κόσµο, η τοπικής εµβέλειας πολιτική προβλέπεται να είναι εθνική. Η παγκόσµια όµως πολιτική θα είναι αυτή των πολιτισµών και θα υπoκαταστήσει τoν γνωστό από τον 20ο αιώνα ανταγωνισµό των υπερδυνάµεων, µε την σύγκρουση των πολιτισµών ενώ, για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία της ανθρωπότητος, η παγκόσµια πολιτική θα είναι πολυ-πολιτισµική. Ο µοντερνισµός από την άλλη µεριά, ούτε παράγει ούτε προάγει παγκόσµιο πολιτισµό, που να βασίζεται στην Χριστιανική θρησκεία και κυρίως, και ίσως για πρώτη φορά στην παγκόσµια ιστορία, δεν δυτικοποιεί ούτε και εκχριστιανίζει τις µη-Δυτικές µη-χριστιανικές κοινωνίες. Αντίθετα, η ισορροπία ισχύος µεταξύ των διαφόρων θρησκευτικών πολιτισµών µετατίθεται, αφού ο µεν δυτικός χριστιανικός κόσµος συρρικνώνεται τόσο πληθυσµιακά, όσο και από άποψη οικονοµικής επιρροής, αντίθετα ο βουδιστικός, ινδουιστικός και ισλαµικός κόσµος επεκτείνουν την οικονοµική, δηµoγραφική, ενεργειακή, στρατιωτική και εν τέλει προφανώς και πολιτική ισχύ τους.

Προφανώς λοιπόν, ένας νέος κόσµος αναδύεται και απ” ό,τι µαρτυρούν τα γεγονότα, βασίζεται σε πολιτισµικά πρότυπα. Βέβαια, στα µέσα της δεκαετίας του ’90 που ο Huntington διατύπωνε τις απόψεις του, οι υπήκοοι των µη Δυτικών πολιτισµών, δηλαδή Ινδουιστές, Ορθόδοξοι Σλάβοι, Βουδιστές, του Ισλάµ µη συµπεριλαµβανοµένου, ενώ αντιλαµβάνονταν τις πολιτισµικές διαφορές τους, έδειχναν απρόθυµοι να αντιπαρατεθούν δυναµικά στην Δυτική οικονοµική και πολιτιστική υπεροχή και να επιδιώξουν να υπερισχύσουν αυτής. Εξ άλλου, όλοι αυτοί, τουλάχιστον επί του παρόντος, δεν έχουν συστήσει διακρατικές οργανώσεις µε µέλη που να χαρακτηρίζονται από θρησκείες, ενώ µία µελέτη της πληθυσµιακής συστάσεώς τους θα µας οδηγούσε οπωσδήποτε σε ιδιαίτερα σηµαντικά αλλά ταυτοχρόνως και αποθαρρυντικά για τον Δυτικό κόσµο συµπεράσµατα.

3. Ο µοντερνισµός διαβρώνει τις τοπικές ταυτότητες. Ήδη σε παγκόσµια βάση παρατηρούµε, ότι οι άνθρωποι έχουν χάσει τους δεσµούς µε το χωριό, την γειτονιά και την οικογένεια. Την θέση τους κατέλαβε, κυρίως στον Ισλαµικό κόσµο, ο φονταµενταλισµός όπως πιστοποιούν οι αδιανόητες µέχρι χθες βίαιες εµφύλιες συγκρούσεις στην Ινδία µεταξύ Ινδουιστών και Ισλαµιστών, στο κέρας της Αφρικής µεταξύ Κοπτών και Ισλαµιστών κλπ.

Βεβαίως, όταν αναφερόµαστε σε σύγκρουση πολιτισµών, αυθόρµητα και σχεδόν αποκλειστικά έρχεται στο µυαλό µας η σύγκρoυση µεταξύ των Χριστιανικών πολιτισµών και των Ισλαµικών. Η εξήγηση είναι αρκετά πολύπλοκη και στην ουσία θα πρέπει να αναζητηθεί σε ιστορικά γεγονότα, τα οποία σε γενικές γραµµές είναι γνωστά σε όλους µας και τα οποία παρέλκει να αναφερθούν.

Το Ισλάµ ίσως µαζί µε το Χριστιανισµό, ιδιαίτερα όπως αυτός εκφράσθηκε και εκφράζεται από κάποιες εκδοχές του, φαίνονται οι µόνοι στην κυριολεξία ιστορικά επιθετικοί πολιτισµοί, χωρίς όµως το παρελθόν να προδιαγράφει απoλύτως το µέλλον σύµφωνα και µε τα προαναφερθέντα. Τον λόγο µπορεί να µας τον δώσει µία εις βάθος µελέτη της Ιστορίας από το 610 µ.Χ. µέχρι και σήµερα, η οποία θα εστιάζεται στον ευρύτερο χώρο της εγγύς Ανατολής, της βόρειας Αφρικής και ίσως και της νότιας Ευρώπης, χωρίς όµως να αποκλείονται και κατά περίπτωση τµήµατα της κεντρικής Eυρώπης. Κάτι τέτοιο όµως ξεφεύγει από τα όρια και τον στόχο του τεκτονικού τεµαχίου. Είναι όµως γνωστόν ότι η ταχυτάτη άνοδος του Ισλάµ µε την δηµιουργία της Αραβικής κατ” αρχήν και της Οθωµανικής κατόπιν αυτοκρατορίας, που ακολουθήθηκε από την ταχύτατη παρακµή τους έπαιξε σηµαντικό ρόλο αφού η µνήµη του ένδοξου αυτού παρελθόντος επιζεί εναργέστατα στην µνήµη των µιλιταριστών και των φονταµενταλιστών Ισλαµιστών, παράλληλα µε την βαθιά ριζωµένη µεταφυσική αντίληψη, ότι η ιστορία τους αδίκησε και τoυς εξαπάτησε. Φυσικά, η έκρηξη της πετρελαϊκής κρίσεως και η µεγάλη συσσώρευση πλούτου στα χέρια αυτών των χωρών της Μέσης Ανατολής και κυρίως της Αραβικής χερσονήσου, που µέχρι τότε επένοντο, απετέλεσε για τους µεταγενέστερους ριζοσπάστες και φονταµενταλιστές απόδειξη της θείας ευνοίας και σηµείο θείας αναγνωρίσεως της ορθότητος της Ισλαµικής αποστολής.

Τα πετροδολάρια, ιδιαιτέρως της Σαουδικής Αραβίας, χρηµατοδοτούν σε παγκόσµιο επίπεδο, υπό τα όµµατα µίας αδιάφορης και υπνώττουσας Δύσεως, µε αγαστή σύµπνοια την διάδοση της Ισλαµικής θρησκείας και µαζί της την διάδοση του Ισλαµικού ριζοσπαστισµού ιδίως µάλιστα του Γουαχαµπισµού, ενός πουριτανικού δηλαδή κλάδου. Ο πόλεµος και η επακολουθήσασα ήττα της Ρωσίας στο Αφγανιστάν, που τόσο αφελώς ηρωοικοποιήθηκε, εξυµνήθηκε και χρηµατοδοτήθηκε από την Δύση και ιδιαιτέρως τις ΗΠΑ, συνέτειναν αφενός µεν στην εδραίωση αυτού του δόγµατος αφετέρου δε και στην εµπέδωση του εξτρεµιστικού πια Ισλάµ, αφού ένας άτακτος στρατός ρακένδυτων πιστών νίκησε µία αυτοκρατορία, µε την βοήθεια, κατά τους Ισλαµιστές τουλάχιστoν ιερωµένους και φονταµενταλιστές, του παντοδύναµου Αλλάχ.

Η απάντηση στο γιατί ο εξτρεµισµός εκδηλώνεται τόσο έντονα στο Ισλάµ και όχι π.χ. και στον Ιουδαϊσµό και Χριστιανισµό απαιτεί την αποδοχή της θεωρίας των φάσεων πολιτισµικής εξελίξεως, ενώ παράλληλα η πενία, παρά τις περί του αντιθέτου απόψεις των µαρξιστών, δεν φαίνεται να παίζει ρόλο αφού οι περισσότεροι γνωστοί φονταµενταλιστές είναι συνήθως εύποροι και µορφωµένοι.

Βεβαίως, η οικονοµική ανάπτυξη µπορεί να είναι σηµαντική και οπωσδήποτε θα πρέπει να πρoωθείται µε επιµονή ως αναγκαία συνθήκη προλήψεως, δεν είναι όµως και η ικανή συνθήκη, που θα οδηγούσε σε εκσυγχρονισµό του Ισλάµ, πολύ περισσότερο δεν θα περιόριζε την επιρροή της θρησκείας στο ισλαµικό κόσµο. Μόνη λύση είναι η επικράτηση µίας κοινωνίας ανοχής µέσω της πολιτισµικής προσαρµογής και εξελίξεως. Το άνοιγµα του Ισλάµ και η εκκοσµίκευσή τoυ, µπορεί να επιτευχθεί µόνον από τους µετριοπαθείς λογίους του, οι οποίοι θα πρέπει να ρίξουν το φως της λογικής στην ριζοσπαστική ερµηνεία της ισλαµικής θρησκείας και στην ιµπεριαλιστική καταπιεσµένη και καταπιεστική παράδοσή της. Αυτό είναι απολύτως εφικτό αν αναλoγιστεί κανείς, ότι αντίστοιχες ιδεολογίες και απόψεις, που επί δεκαετίες ή ακόµα και επί αιώνες κυριάρχησαν στην Ευρώπη όπως π.χ. η Ιερά Εξέταση, η αποικιοκρατία, ο κοµµουνισµός κλπ. ανήκουν πια στην δικαιοδοσία της ιστορίας και µόνο.

Εν κατακλείδι λοιπόν υπάρχει βάσιµη πιθανότητα η σύγκρoυση των πολιτισµών να οδηγήσει σε πόλεµο των πολιτισµών ή θα περιoρισθεί απλώς σε πρόκληση του πολιτισµένου κόσµου των Δυτικών αξιών εκ µέρους του εξτρεµισµού και του θρησκευτικού φονταµενταλισµού; Η απάντηση επί του προκειµένου είναι πολύ δύσκολη. Θα πρέπει να βασισθεί σε υποθέσεις, παραδοχές και αρχικές συνθήκες, που άπτονται θεµάτων, όπως π.χ. η πολιτική και η θρησκεία, τα οποία αποτελούν απαγορευµένες περιοχές για τον Tεκτονισµό οι όποιες απόψεις θα βασίζονται σε πιθανότητες και θα θεµελιώνονται σε στατιστική θεώρηση. Συνεπώς, τίποτε δεν µπορεί να προεξοφλεί τίποτε. Από την άλλη µεριά και θεωρώντας ότι πόλεµος δεν είναι µόνο η ανοικτή και εντός σαφώς διατυπωµένων κανόνων σύρραξη τακτικών στρατών, τα πάντα είναι πιθανά. Πράγµατι, αν θεωρήσουµε και την διεθνή τροµοκρατία ως µία µορφή πολέµου και τα καθέκαστα τροµοκρατικά χτυπήµατα ως «µάχες», τότε ο πόλεµος δεν είναι απλώς πιθανός, αλλά και κάθε ηµέρα βιώνεται. Εάν µάλιστα εντός των πλαισίων αυτών εντάξουµε και πολλά απελευθερωτικά κινήµατα, τα οποία καθοδηγούνται ή και ποδηγετούνται από θρησκευτικά κέντρα εξουσίας, η υπόθεση αυτή πολύ εύκολα µπορεί να θεωρηθεί ισχυρή πιθανότητα και ενδεχοµένως να αγγίζει και την µελλοντική βεβαιότητα.

Εφόσον τέλος στην έννοια του πολέµου συµπεριλάβουµε και τον εµπορικό – οικονοµικό και µε αθέµιτα µέσα διεξαγόµενο ανταγωνισµό, που µπορεί οι απώλειές του να µην µετρώνται σε πεδία µάχης, αποτιµώνται όµως κάθε µέρα σε αλκή και βιωσιµότητα οικονοµιών και φυσικά σε βιοτικό επίπεδο και προσδόκιµο όριο επιβιώσεως των αντιµαχοµένων, έχουµε αυτό, που προσφυέστατα αρκετοί συγγραφείς συµπιέζουν στο τρίπτυχο ψυχρός πόλεµος – ψυχρή ειρήνη – εµπορικός πόλεµος. Συµπτώµατά του: ο οιονεί πόλεµος, η µη ήρεµη ειρήνη, οι διαταραγµένες διεθνείς σχέσεις, ο έντονος ανταγωνισµός, η ανταγωνιστική συνύπαρξη και φυσικά οι πανάκριβοι ανταγωνισµοί εξοπλισµών.

Σε αντιστάθµισµα αυτών διατυπώθηκε από τον ιρανό πρόεδρο Khatami ως αντίθετο δόγµα, ο διαπολιτισµικός διάλογος. Αυτή µάλιστα η πρόταση έλαβε την µορφή της επισήµου αποφάσεως στην 53η γενική συνέλευση του ΟΗΕ στις 3/9/1998. Είχε την µορφή της επισήµου αντιδράσεως της παγκόσµιας κοινότητος στο αδιαµφισβήτητο και κατά τα φαινόµενα στο πιο επικίνδυνα εξελισσόµενο πολιτικοκοινωνικό παγκόσµιο φαινόµενο: την σύγκρουση των πολιτισµών.

Για να γίνει κατ” αρχήν κατανοητή και εποµένως και αποδεκτή η θεωρία αυτή, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον οι απόψεις του αναποφεύκτου της συγκρούσεως των πολιτισµών είναι βάσιµες. Προφανώς, κάτι τέτοιο απαιτεί την διερεύνηση του αναποφεύκτου της συγκρούσεως µεταξύ Δυτικού πολιτισµού, όπως εκφράζεται από την δυτική δηµοκρατική κουλτούρα αφ” ενός και τις ισλαµικές τουλάχιστον κουλτούρες που κυριαρχούν στον ισλαµικό κόσµο αφετέρου. Στην ουσία όµως εκείνο που πραγµατικά αξίζει να διερευνηθεί είναι το κατά πόσον εν τέλει κοντά στον δυτικού τύπου εκδηµοκρατισµό βρίσκεται ο ισλαµικός κόσµος σήµερα και κυρίως πόσο σταθερός είναι αυτός, αφού από αυτό κυρίως εξαρτάται και η επιθετικότητα και µονολιθικότητά του. Μία τέτοια σχοινοτενής ανάλυση όµως εκφεύγει των πλαισίων αυτού του τεµαχίου. Περιoριζόµενoι στα αποτελέσµατα, µπορούµε να ισχυρισθούµε, ότι η απάντηση είναι πολύ απαισιόδοξη, ελάχιστα βέβαιη και εξαρτάται από πάρα πολλές προϋποθέσεις και εξωτερικές και εσωτερικές συνθήκες, ενώ παράλληλα και οι ενέργειες και το κλίµα που διαµορφώνεται στην Δύση, που εν πολλοίς επιβλήθηκαν από τα ίδια τα γεγονότα, δεν είναι ό,τι καλύτερο προς αυτήν την κατεύθυνση. Με άλλα λόγια οι πιθανότητες πραγµατικού εκδηµοκρατισµού απέχουν πολύ από το να θεωρούνται βάσιµες. Από την άλλη µεριά παραίτηση και αποδοχή του αναπόφευκτου της θεωρίας της συγκρούσεως των πολιτισµών, µε ό,τι πάλι αυτή συνεπάγεται και πρόωρη είναι και καταστροφικές συνέπειες θα έχει για το µέλλον.

Ποιές όµως είναι οι θέσεις του Tεκτονισµού στo πρόβληµα αυτό; Έχει επηρεάσει  ο Τεκτονισµός πολιτισµικά την ανθρωπότητα και σε ποιό βαθµό; Η απάντηση δεν είναι καθόλου απλή και οπωσδήποτε δεν µπορεί να είναι ένα απλό όχι ή ένα απλό ναι. Μην ξεχνούµε εξ άλλου ότι ο Τεκτονισµός όπως τον ξέρουµε σήµερα τουλάχιστον, είναι ένας συγκερασµός διαφόρων πολιτισµικών και φιλοσοφικών στοιχείων, που κυρίως ανάγονται στην εποχή του Ευρωπαϊκού Διαφωτισµού και έχει έντονα τα στοιχεία του ουµανισµού, του ανθρωποκεντρισµού, της δηµοκρατίας, της ελευθερίας του ατόµου, της ανεξιθρησκείας, παρ” όλο που βασικοί πυλώνες του είναι η πίστη σε Θεό και στην αθανασία της ψυχής. Μία προσεκτική όµως µελέτη του Συντάγµατος των ΗΠΑ, των αντιστοίχων κειµένων της ΚΤΕ και του ΟΗΕ καθώς και τού Ευρωσυντάγµατος θα µας αποκαλύψουν τον έντονο επηρεασµό τους από τις παραπάνω αρχές. Η ίδια µάλιστα η πρακτική της ΕΕ, όπως τουλάχιστον κατά καιρούς διακηρύσσεται απο το Ευρωκοινοβούλιο και στον βαθµό που διασώζεται από την γραφειοκρατία των Βρυξελλών, τον ανθρωποκεντρισµό προβάλλει και µέσω της οικονοµικής και πολιτιστικής αναπτύξεως των λαών της Ευρώπης σ” αυτόν στοχεύει. Επηρεάστηκε από τον Tεκτονισµό ή από τα αντίστοιχα ρεύµατα που επηρέασαν τον Τεκτονισµό; Και αντιστρόφως, επηρεάστηκε ο Τεκτονισµός από αυτά; Είναι γνωστόν βέβαια ότι ένας µεγάλος αριθµός προέδρων των ΗΠΑ εκείνης της εποχής αλλά και Ευρωπαίων ηγετών ήταν τέκτονες. Λoγικό λοιπόν είναι και τα κείµενα που συνέθεσαν και προώθησαν και οι στόχοι που έθεσαν να έχουν τεκτονική χροιά.

Μετά από αυτά λοιπόν ποιές θα µπορούσαν να είναι οι θέσεις του Τεκτονισµού εν προκειµένω; Εδώ θα πρέπει να επισηµανθεί ότι επίσηµες θέσεις τεκτονικών δυνάµεων για το τόσο σηµαντικό αυτό πρόβληµα δεν κατέστη δυνατόν να βρεθούν, παρά το ότι σχεδόν εξάντλησα όλους τους τεκτονικούς δικτυακoύς τόπους και τα διαδικτυακά τεκτονικά περιοδικά. Τυχόν µεµονωµένες και αποσπασµατικές θέσεις που βρέθηκαν, στερούνται και βάθους στην ανάλυση τους αλλά και φτωχές σε τεκµηρίωση είναι, ενώ έντονα αποπνέουν τις προσωπικές θέσεις και απόψεις των συντακτών τους. Προφανώς λοιπόν, δεν είναι δυνατόν να χρησιµοποιηθούν ως σοβαρές βιβλιογραφικές πηγές ή αναφορές. Στα επόµενα λοιπόν θα προσπαθήσω να προσεγγίσω το ζητούµενο της τεκτονικής θέσεως επί του προβλήµατος αυτού, χρησιµοποιώντας τα τεκτονικά τυπικά δεδοµένου ότι τίποτε σχετικό δεν αναφέρεται στο βιβλίο τών Συνταγµάτων και στα οροθέσια. Βεβαίως, είναι προφανές, ότι τα συµπεράσµατα και οι θέσεις, που θα εκφρασθούν, είναι καθαρώς προσωπικές και επαφίενται στην κρίση και την επιείκεια του Σεβ. και των αδ. µου. Πρέπει οπωσδήποτε όµως να διευκρινίσω ότι και στα κείµενα των τυπικών δεν είναι δυνατόν, λόγω και του ότι το θέµα είναι πολύ σύγχρονο, να γίνονται ειδικές και σαφείς αναφορές. Έµµεσες µόνον αναφορές υπάρχουν και φυσικά εµµέσως θα προκύπτουν οι θέσεις.

Πρώτο στoιχείο πoυ θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη είναι η οικουµενικότητα του Τεκτονισµού. Ο Τεκτονισµός εκ της φύσεώς του και µε την πρακτική του, είναι ανθρωποκεντρικός. Βασική του επιδίωξη είναι η πρόοδος του ανθρώπου ακόµη και σε επίπεδο µονάδος. Ως τέτοιος λοιπόν παραβλέπει συστηµατικά τα όσα χωρίζουν και επικεντρώνεται στα όσα ενώνουν. Αφιερώνει σηµαντικό τµήµα της µυήσεως στην εξύµνηση της επιστήµης ενώ ήδη από την µύηση σε βαθµό µαθ. πρoβάλλει και προωθεί την έρευνα, αµφότερα θεµελιώδη στοιχεία πολιτισµού, ιδίως του σύγχρονου πολιτισµού και της αυτογνωσίας.

Ζητούµενο επίσης στον Τεκτονισµό είναι η ελευθερία του σκέπτεσθαι, η καταπολέµηση του φανατισµού και των προλήψεων, η ανεξιθρησκεία και η Δηµοκρατία. Όλ” αυτά, εµµέσως και αµέσως δείχνουν την πάγια τοποθέτηση του Τεκτονισµού σε µία γενεσιουργό αιτία του προβλήµατος της συγκρούσεως των πολιτισµών. Διδάσκοντάς τα, δείχνει το δρόµο υπερβάσεως του σηµαντικοτάτου και κεφαλαιώδους αυτού προβλήµατος. Ουσιαστικά, εκείνο που διδάσκει ταυτίζεται απόλυτα µε την επίσηµη απόφαση της 53ης γενικής συνελεύσεως του ΟΗΕ στις 3/9/1998, αφού αυτά τα στοιχεία είναι οι αναγκαίες συνθήκες διαπολιτισµικού διαλόγου. Στην πραγµατικότητα, ο Τεκτονισµός έκανε πράξη τον διαπολιτισµικό διάλογο ήδη από το διεθνές τεκτονικό συνέδριo των Παρισίων του 1927, όταν η Ευρώπη µόλις πριν από δέκα χρόνια είχε βγει από τις στάχτες του Α” Παγκοσµίου Πολέµου κι όταν ήταν ακόµη ζεστό το αίµα και νωπές οι πληγές των εκατοµµυρίων θυµάτων του. Τότε ήταν µάλιστα που αναφέρεται στην τεκτονική ιστορία η έννοια του Μ.Α.Τ.Σ. για πρώτη φορά.

Πράγµατι, θεωρώντας, όπως προαναφέρθηκε, την θρησκεία ως βασικό στοιχείο του πολιτισµού και για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία και πρακτική ως στοιχείο που ενώνει και όχι όπως µέχρι τότε προέκυπτε ως στοιχείο που χωρίζει τους λαούς (ας µην λησµονούµε τους θρησκευτικούς πολέµους), στους οποίους τόσο συχνά αναφέρεται η παγκόσµια ιστορία. Έξ άλλου, στο διαδικτυακό τεκτονικό περιoδικό Pietre Stones υπάρχει ένα υπέροχο σχετικό τεκτονικό άρθρο του µουσoυλµάνoυ αδ. µας Shaikh Hatim Fidahussein µε τίτλο Islam and Freemasonry, όπου τονίζεται και αποδεικνύεται η απόλυτη συµβατότητα της ισλαµικής θρησκείας και του Τεκτονισµού. Τόσο τα αρχαία καθήκοντα όσο και οι εν γένει τεκτονικές απόψεις και πιστεύω είναι απολύτως συµβατά, σε βαθµό µάλιστα, όπως τονίζει, που ο Τεκτονισµός ενισχύει το θρησκευτικό συναίσθηµα και διακηρύσσοντας την ανεξιθρησκεία και την αποδοχή της διαφορετικής πεποιθήσεως, ακόµη και εν Στ. εργαζοµένη και όχι την απλή και εν πoλλoίς υποκριτική ανοχή, ο Τεκτ. έδειξε την λύση αιώνες πριν καταστεί το φαινόµενο της συγκρούσεως των πολιτισµών αισθητό και λάβει την µορφή προβλήµατος και αιώνες επίσης πριν διατυπωθεί ως αντίδοτό του, ο διαπολιτισµικός διάλογος.

Δεν πρέπει να λησµονείται εξ άλλου, ότι οι συµβολισµοί που χρησιµοποιεί ο Τεκτ. αποτελούν ουσιαστικά τον κοινό τόπο όλων σχεδόν των µέχρι σήµερα µυσταγωγικών συστηµάτων τα οποία όµως αποµυθοποιούνται πλήρως µε την αλληγoρία του Χιραµικού µύθου, όπως αυτή ερµηνεύεται στο τυπικό του βαθµού του Διδ. στο κεφάλαιο Διδασκαλία του βαθµού του διδ. και κυρίως µε την λέξη του αντίστοιχου βαθµού.

Αυτή πιστεύω ότι είναι η θέση του Τεκτονισµού τον 21ο αιώνα. Ίσως όχι πιο διαφορετική απ” ό,τι ήταν τον 20ο, κατ” ανάγκην όµως πιο έντονη όσον αφορά την παρουσία αλλά και την πρακτική του.

http://www.grandlodge.gr/