Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Ηράκλειτος: Η ζωή και η φιλοσοφία

 

Ηράκλειτος θα πει Ηρα κλειτός, δηλαδή αυτός που χρωστά τη δόξα του στην Ήρα.

Μέρος Α΄

«Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, ο επονομαζόμενος σκοτεινός, κατέχει μια κεντρική θέση στο σύνολο της ελληνικής φιλοσοφίας και σε ολόκληρη την παγκόσμια ιστορία της σκέψης».

Ο Ηράκλειτος είναι ένας στοχαστής. Αυτός για πρώτη φορά στοχάζεται μέσα από τα πλαίσια του Λόγου τι είναι Κόσμος. Η σκέψη του παραμένει ανοιχτή και πολυδιάστατη, ερωτηματική και αινιγματική, αποσπασματική και ποιητική. Δεν κατασκευάζει κάποιο σύστημα. Ο Ηράκλειτος στοχάζεται πριν ακόμα συσταθεί η μεταφυσική και διαμορφωθούν οι φιλοσοφικές σχολές. Ήταν το σπέρμα της δικής του σκέψης που έθρεψε όλη τη φιλοσοφία και μάλιστα πριν τη διαμόρφωσή της σε Μεταφυσική, Θεολογία, Λογική, Φυσική και Ηθική.

Με χρονολογική σειρά ασχολήθηκαν μαζί του, επικρίνοντας τον ή ενστερνιζόμενοι τις απόψεις του, οι Ελεάτες, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, ο Ιουστίνος ο Μάρτυς, ο Χέγκελ, ο Λένιν, ο Κίρκεγκωρ, και ο Νίτσε. Επηρέασε όχι μόνο τους φιλόσοφους της Αναγέννησης αλλά και τους: Πασκάλ, Σπινόζα, Γκαίτε, Χαίλντερλιν, Νοβάλις, Σοπενεχάουερ, Προυντόν, Μπερξόν, και Φρόιντ. Οι απόψεις του επηρέασαν ακόμη και τον σουρεαλισμό. Η σκέψη του διατρέχει το χρόνο και φθάνει έως τις μέρες μας ζωογονώντας σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα.

Η φιλοσοφία του διαμορφώθηκε από στοιχεία αντιθετικά δίχως όμως να διασπάται η ενότητά της, εκφράζοντας έτσι την ενότητα των αντιθέτων του κόσμου μας - «….. και εκ των πάντων έν και εξ ενός τα πάντα». (απ 10)

Ο Ηράκλειτος γεννήθηκε πριν από τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα. Σε ότι αφορά στη ζωή του, οι μαρτυρίες που έχουν φθάσει σε εμάς είναι αντιφατικές και κινούνται λίγο - πολύ στην περιοχή του μύθου. Από τον Διογένη τον Λάερτιο πληροφορούμαστε ότι έφθασε στην ακμή της ζωής του περίπου το 500 π.Χ. Ανήκε σε αριστοκρατική οικογένεια που οι ρίζες της έφθαναν στον ηγεμόνα της Εφέσου και η οποία είχε κληρονομήσει κάποιο βασιλικό αξίωμα. Ο Ηράκλειτος όμως, ενώ γεννήθηκε αριστοκράτης αποποιήθηκε με τη θέλησή του το βασιλικό αξίωμα παραχωρώντας το στον αδελφό του.

Από παιδί εκδήλωσε τη χαρισματική του φύση. Ενώ ήταν ακόμη νέος ισχυριζόταν πως δεν γνώριζε τίποτα, ενώ όταν έφθασε στην ώριμη ηλικία ισχυριζόταν ότι γνώριζε τα πάντα. Δεν ακολούθησε τη διδασκαλία κανενός, δε μαθήτευσε σε κανένα φιλόσοφο, κι αναζήτησε μόνος του να ανακαλύψει τον εαυτό του μαθαίνοντας με τη δική του θέληση. Μελέτησε και στοχάστηκε πάνω στους μεγάλους ποιητές, τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αρχίλοχο, τις θεωρίες των Μιλησίων, των Πυθαγορείων και του Ξενοφάνη, καθώς και την ιστοριογραφική «Επιστήμη» του Εκαταίου, και στα αποσπάσματά του αναφέρεται συχνά σε αυτούς. Έτσι εντρυφά στην ποιητική, τη θεολογία και τη θεωρητική, αφομοιώνοντας όλες αυτές τις διδασκαλίες καθώς και την επιστημονική παιδεία του καιρού και του τόπου του.

Αφομοίωσε και ξεπέρασε όλες αυτές τις διδασκαλίες συλλαμβάνοντας τον κόσμο με ένα νέο τρόπο και στη συνέχεια συνέλαβε την θέση του ίδιου του εαυτού του μέσα στον κόσμο.

Ο Ηράκλειτος προσέφερε το έργο του ανάθημα στο ναό της Αρτέμιδας, ο οποίος πυρπολήθηκε αργότερα από τον Ηρόστρατο που θέλησε μ αυτή την πράξη του να περάσει στην αθανασία.

Ο χαρακτήρας του φαίνεται ότι ήταν αρκετά ιδιόρρυθμος. Περήφανος και ακατάδεκτος λένε ορισμένοι συγγραφείς, ενώ η μοναχικότητά του ίσως να ερμηνεύτηκε λάθος ως ένδειξη μελαγχολίας.

Καταφέρει βίαια κτυπήματα ενάντια στην ανθρώπινη αφέλεια και τη λήθη του μέσου ανθρώπου. Περιφρονεί τις μάταιες κουβέντες που κυλάνε σαν ποτάμι και απορρίπτει τη ρητορική και τα τεχνάσματα της. Βασίζεται στον λόγο (που σημαίνει ταυτόχρονη σκέψη και γλώσσα) για να πει αυτά που θέλει, κι ενώ κρίνει αυστηρά τους ανθρώπους, ταυτόχρονα τους προσφέρει τη βοήθεια του. Η απέχθεια για την ανθρώπινη αφέλεια μετατρέπεται έτσι σε μια επιτακτική ανάγκη να τη διορθώσει και γιΆ αυτό χρησιμοποιεί την καυστική ειρωνεία, παραμένοντας λακωνικός.

Φαίνεται ότι δεν ταξίδεψε, παραμένοντας συγκεντρωμένος στο έργο του. Ο Ηράκλειτος ζούσε στην γειτονιά του ιερού. Ανήκε, όπως προαναφέρθηκε, σε βασιλική οικογένεια και οι προπάτορες του είχαν την ευθύνη της διοργάνωσης των εορτών της Ελευσίνιας Δήμητρας. Ίσως και ο ίδιος να ήταν μυημένος στα Ελευσίνια μυστήρια που τελούνταν στην Έφεσο σε συνάρτηση με τη λατρεία της Αρτέμιδος. Ωστόσο, όλα αυτά δεν τον εμπόδισαν να ξεκινήσει πόλεμο ενάντια στην καθιερωμένη θρησκεία. Η θρησκευτικότητα του Ηράκλειτου ήταν διαφορετική. Γνωρίζουμε επίσης ότι ο Ηράκλειτος αποτραβήχτηκε στον ναό της Αρτέμιδος, όπου και προσέφερε τα βιβλία του. Και όλα αυτά τα έκανε ενώ ταυτόχρονα στηλίτευε δριμύτατα την επίσημη θρησκεία.

Ο Ηράκλειτος δεν κόβει τους δεσμούς του με το Θείο αν και ο δικός του δρόμος επικοινωνίας ακολουθεί δρόμους διαφορετικούς από εκείνους των κοινών ανθρώπων.

Η πολιτική έπαιξε μεγάλο ρόλο στην ζωή του, αν και αρνείται να συμμετάσχει ενεργά στην πολιτική ζωή. Όταν οι συμπολίτες του τον έκριναν άξιο να γίνει νομοθέτης τους εκείνος τους αγνόησε διότι η πόλη βρισκόταν κάτω από την κυριαρχία ενός διεφθαρμένου καθεστώτος. Και σαν να μην έφθανε αυτό αποτραβήχτηκε στον περίβολο του ναού της Αρτέμιδος και έπαιζε με τα παιδιά τους πεσσούς, γιατί τα παιδιά μοιάζουν με τον «Χρόνο που παις εστί, πεσσεύων» (απ 52).

Η πολιτική σκέψη του Ηράκλειτου και η σύλληψη ενός οικουμενικού νόμου παραμένουν ύψιστα αφηρημένες και δεν μπορούν να συγκεκριμενοποιηθούν.

Ζει σε μια ταραγμένη εποχή κατά την οποία υπάρχει διαμάχη ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις (Αθήνα - Περσία), ανταγωνισμός ανάμεσα στα Ελληνικά κράτη (Αθήνα-Σπάρτη), σύγκρουση ανάμεσα στα κόμματα (αριστοκράτες-δημοκράτες). Όλα διαδραματίζονται κάτω από την επιρροή του θεού ¶ρη, του πολεμιστή. Κι έτσι ο Ηράκλειτος διακηρύσσει νηφάλια τη βασιλεία του πολέμου.

Ο ίδιος ο Ηράκλειτος ήταν η πραγμάτωση της ενότητας των αντιθέτων Αγαπούσε και περιφρονούσε τους συμπατριώτες του που με την σειρά τους τον αγαπούσαν και τον περιφρονούσαν. Ενώ διακήρυσσε την αναγκαιότητα του πολέμου, ήθελε να βοηθήσει τους Εφέσιους να ζήσουν ειρηνικά

Έχουμε πολλές εκδοχές του θανάτου του. Μια από αυτές είναι ότι χολωμένος από τους ανθρώπους, αποτραβήχτηκε στα βουνά όπου ζούσε τρώγοντας φύλλα και χόρτα, ώσπου έπαθε υδρωπικία, οπότε και επέστρεψε στην πόλη και ρωτούσε με αινιγματικά λόγια του γιατρούς να μάθει αν μπορεί να μετατρέψει μια μπόρα σε ξηρασία. Επειδή εκείνοι δεν τον καταλάβαιναν, κλείστηκε σε έναν στάβλο ελπίζοντας πως με την ζέστη της κοπριάς όπου χώθηκε, θα εξατμιζόταν το νερό από το σώμα του. Μα ούτε και με αυτόν τον τρόπο θεραπεύτηκε και πέθανε σε ηλικία εξήντα ετών.

Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε να αντιληφθούμε τους δομικούς λίθους της φιλοσοφίας του, ξεκινώντας από τον «Λόγο», με οδηγό μας τον Κώστα Αξελό, γνήσιο ερευνητή της σκέψης του Ηράκλειτου, και σε επόμενο άρθρο θα μελετήσουμε τον «Κόσμο» και τη «Φωτιά».

O Λόγος «Πρώτος ο Ηράκλειτος ανάβει απ τη φωτιά του σύμπαντος –τη δάδα του Λόγου. Ο λόγος του φωτίζει. Ο Λόγος είναι εκείνο το ξύπνημα της απορίας της αφηρημένης σκέψης που κάνει τον άνθρωπο να βγει από τον κόσμο των ονείρων και να τον οδηγήσει στον κόσμο του φωτός».

«Ο Λόγος είναι αυτό που συνδέει τα φαινόμενα μεταξύ τους, που τα συνδέει ως φαινόμενα ενός και μόνου Σύμπαντος, κι αυτό που συνδέει την ομιλία με τα φαινόμενα. Ο Λόγος είναι ένας σύνδεσμος. Αυτό που γίνεται φανερό ως φαινόμενο είναι ήδη διαποτισμένο από τον λόγο γι αυτό και μπορεί να συλληφθεί».

«Ο άνθρωπος είναι ο ομιλών θεματοφύλακάς του Λόγου, αν είναι ξύπνιος».

O Ηράκλειτος αντιλαμβάνεται τον κόσμο αδιαχώριστα συνδεδεμένο με τον Λόγο. Εννοεί τον Λόγο ως τη δύναμη και το νόημα του σύμπαντος, ως αυτό που ζωογονεί κάθε σκέψη και είναι πηγή της. Είναι η ίδια η σκέψη και η σοφία. Είναι τελικά το φως που με την καθαρότητα του διαπερνά το σκοτάδι, βάζοντας τάξη στο χάος. Ο Λόγος είναι εκείνος που συλλαμβάνει την αληθινή πραγματικότητα.

Όπως δεν μπορούμε να ανατρέξουμε στο πριν από τον Χρόνο, έτσι δεν μπορούμε να ανατρέξουμε στο πριν από τον Λόγο. Ο Λόγος διατρέχει τον Χρόνο και είναι από τη φύση του αιώνιος. Αποτελεί τελικά την ουσία, τη σημασία του σύμπαντος. Ο Λόγος είναι το ίδιο το σύμπαν που πορεύεται σε μια γνώση.

Ο Λόγος γίνεται κατανοητός, αντιληπτός, εφόσον είμαστε σε εγρήγορση. Όντας απρόσεχτοι και αφηρημένοι αδυνατούμε να κατανοήσουμε και επομένως να αντιληφθούμε την συνεχή παρουσία του Λόγου.

Η Ανθρώπινη μάζα αντιστέκεται στην συνεχή ροή του Λόγου. Δεν σκεπτόμαστε, δεν διακρίνουμε αυτά που συμβαίνουν, κρίνουμε επιφανειακά, δεν αντιλαμβανόμαστε τις βαθύτερες αιτίες και εν τέλει δρούμε σαν κοιμισμένοι. Ζούμε μέσα στην πλάνη, πιστεύοντας ότι έχουμε μια νόηση ιδιαίτερη, ξεχωριστή, η οποία μας αποκόπτει τελικά από το σύμπαν.

«Ο Ηράκλειτος σφυροκοπά και αναθεματίζει τους ανθρώπους που φαντάζονται ότι μπορούν να απομονωθούν και να δράσουν ξεχωριστά από τον Λόγο».

«Ο Ηράκλειτος ζητά με τρόπο μαχητικό από τους ανθρώπους να ξέρουν να ακούνε, να μιλούν να πράττουν αλλά κυρίως να αναγνωρίζουν την διαποτίζουσα τα πάντα ύπαρξη του Λόγου.»

Το φως του Λόγου διαπερνώντας το σκοτάδι, φανερώνει το ενωτικό νόημα του σύμπαντος. Το Ενιαίο Όλον.

«Οι άνθρωποι μπορούν ν αναγνωρίσουν τον Λόγο επειδή η σκέψη είναι κάτι κοινό σ όλους και κατοικία της έχει την ψυχή τους. Αυτό δεν σημαίνει πως όλοι σκέφτονται, πράττουν και μιλούν σύμφωνα με την αληθινή φύση. Το ανθρώπινο ον μπορεί να γίνει το φωτισμένο φερέφωνο του Λόγου, δεν είναι όμως ο ιδρυτής του, ο Λόγος το ξεπερνάει. Ο Λόγος κάνει δυνατή την σύλληψη μιας αλήθειας, αλήθειας που δεν επινοείται αλλά ανακαλύπτεται».

Η σκέψη του Ηράκλειτου, διατηρεί την πλαστικότητά της, την ευελιξία της, όντας ταυτόχρονα συγκεκριμένη και αφηρημένη.

«Ήρωας Προμηθεϊκός της σκέψης, φέρνει στους κοιμισμένους την φωτιά του Λόγου»

«Ενώ ο Λόγος είναι συμπαντικός, τα ανθρώπινα πλάσματα ενεργούν σαν να είχαν μια ιδιαίτερη δική του νόηση το καθένα. Οι άνθρωποι που αγρυπνούν έχουν ένα μόνο κόσμο κοινό. Αντίθετα, εκείνοι που είναι βυθισμένοι στον ύπνο, απομονώνονται, ο καθένας για τον εαυτό του σε κόσμους ιδιαίτερους. Το πλήθος βρίσκεται σε κατάσταση ύπνου και οι κοινοί άνθρωποι δεν έχουν παρά μικρές ιδιωτικές απόψεις. Οι λίγοι φωτισμένοι είναι ξύπνιοι και ξέρουν πως η νόηση δεν είναι νόηση παρά μόνον όταν έχει στήριγμα της το συμπαντικό. Την ευθύνη της συμπαντικότητας δεν την αναλαμβάνει ο όχλος αλλά οι προφύλακες, γιατί η συμπαντικότητα είναι κάτι έντονο και ποιοτικό κι όχι ποσοτικό κι εκτατικό. Η αληθινή ομοφωνία είναι μια ενημερωμένη συμμετοχή στο συμπαντικό. Ο σύμπας κόσμος είναι ο κόσμος της αλήθειας, ενώ ο ιδιωτικός κόσμος είναι ο κόσμος που δεν κατέχει την αληθινή πραγματικότητα αφού είναι κόσμος της αυθαιρεσίας και της απομόνωσης.

Μόνο τα άτομα που θυσιάζουν την ιδιαιτερότητα τους εξασφαλίζουν τα θεμέλια της κοινότητας και παίρνουν πάνω τους την ευθύνη αυτών των θεμελίων. Οι κοινοί άνθρωποι δεν αποτελούν, ούτε κι οικοδομούν, την κοινότητα, που είναι μια μορφή της συμπαντικότητας. Ωστόσο ακόμα κι οι κοιμισμένοι δεν μπορούν να ξεφύγουν απ την ροή του κόσμου κι αυτοί συμμετέχουν μα άθελα τους, παθητικά. Παρά την θέλησή τους, η «πονηριά της λογικής» τους σπρώχνει να πάρουν μέρος στο παιχνίδι, έτσι, το σκοτάδι τους φωτίζεται από τον Λόγο. Και πράγματι, οι κοιμισμένοι συνεργάζονται στα γεγονότα του κόσμου εφόσον είναι «άτομα» του κόσμου, μόρια της κοινότητας. Για να απομονωθούν ολότελα , θα έπρεπε να πάψουν να υπάρχουν.

Συνοχή έχουν μόνο οι σκέψεις μερικών που βλέπουν ξεκάθαρα ότι ο κόσμος είναι κοινός. Οι σκέψεις των κοιμισμένων και των υπνοβατών είναι ασυνάρτητες επειδή είναι μη συμπαντικές. Κοινός για όλους μόνον ένας κόσμος υπάρχει. Οι κόσμοι των κοιμισμένων είναι πολλαπλοί, κι εκείνοι που καταφεύγουν σ αυτούς τους κόσμους, δεν μπορούν ούτε μεταξύ τους να συνεννοηθούν, γιατί τους λείπει κάθε είδους αναφορά στο συμπαντικό.

Μόνη η κατάσταση της εγρήγορσης δεν είναι αρκετή για να χαρακτηρίσει τους προδρόμους, επειδή υπάρχουν άνθρωποι που, όσο ξύπνιοι και αν είναι, δεν ξέρουν τι κάνουν.

Η εγρήγορση, μόνον όταν φωτίζεται από το φως του Λόγου κάνει τον άνθρωπο νηφάλιο, τον κάνει να ριζώσει στο ορατό και στο αόρατο και τον κατευθύνει προς τους ορίζοντες της γνώσης. Το ξύπνημα είναι μια έξοδος από το βασίλειο του ύπνου, η σκέψη δεν φωτίζεται παρά μόνον όταν ξεπερνά το όνειρο. Το φως αναγνωρίζει και σκορπίζει τα σκότη»

«Η σκέψη του Ηράκλειτου δεν παραπαίει σε διλήμματα όπως: αισθήσεις-λογικό, ρεαλισμός-ιδεαλισμός, υλισμός-πνευματικότητα. Αυτή η σκέψη δεν θέλει να εδραιώσει τις διακρίσεις: φαινόμενο-νοούμενο, φαντασία-αντίληψη, νους-λογικό. Ο Ηράκλειτος, βλέπει, σκέπτεται, εκφράζεται και μιλάει με ολόκληρο το είναι του, με ολόκληρη την ελληνική και ιωνική ιδιοσυγκρασία του. Η ευαισθησία του συλλαμβάνει και την μονιμότητα των φαινομένων και την αλλαγή τους: Τα μάτια είναι αυτά που βλέπουν να κυλούν τα νερά του ποταμού. Ο Λόγος είναι η δομή του κάθε τι που είναι»

«Ο Ηράκλειτος δεν διαχωρίζει σε καμία περίπτωση αυτό που είναι θεωρητικά αληθινό από εκείνο που αποδεικνύεται πρακτικά αληθινό. Η πολυδιάστατη αλήθεια δεν είναι, στην ενότητα της, ούτε θεωρητική ούτε πρακτική. Είναι μέσα στο γίγνεσθαι και μπορεί να συλλαμβάνει ταυτόχρονα την γλύκα και την πίκρα του κάθε τι που είναι.

Η απλή πολυμάθεια δεν μας μαθαίνει να σκεφτόμαστε, οι άνθρωποι όμως που αγαπούν τη σοφία, πρέπει να γνωρίζουν πάρα πολλά πράγματα. ο Ηράκλειτος ξέρει πως πρέπει να ψάξει πολύ για να βρει την αληθινή σοφία, και ξέρει ακόμα πως δεν θα βρει παρά μόνον αποσπάσματά της.»

Η αναζήτηση σε βάθος πρέπει να προχωρεί ακαταπόνητα. Η αναζήτηση του χρυσού είναι η αναζήτηση της Σοφίας.

Η αγάπη του Ηράκλειτου για την Σοφία ταυτίζεται με την Σοφία της Αγάπης. Η Σοφία είναι Αγάπη και Λόγος και νόμος συμπαντικός.

Δεν πρέπει να αντιληφθούμε την δύναμη του Θείου νόμου σαν μια δύναμη ξεχωριστή. Ο Θείος νόμος απλώνει την δύναμη του και συνδέει τα μέρη του σύμπαντος. Η Σοφία είναι ο Θείος Νόμος.

Ο Ηράκλειτος θεωρεί ότι το Όλον πληρούται από κρυφή αρμονία. «Ο ανθρώπινος λόγος προσπαθεί να συλλάβει τον λόγο του κόσμου. Αυτή η αναζήτηση που ζωογονείται από την κοσμική αγάπη, τοποθετείται στον δρόμο που ανεβαίνει και κατεβαίνει, χωρίς να παύει να είναι ο ίδιος δρόμος. Αφού η ολότητα βρίσκεται σε γίγνεσθαι, ο δρόμος που οδηγεί στη σύλληψή της δεν μπορεί παρά να είναι κι αυτός ένα γίγνεσθαι». Για τον Ηράκλειτο η αλήθεια είναι αυτό που αποκαλύπτεται και βγαίνει στο φως εγκαταλείποντας τα σκότη. Η αλήθεια είναι αυτό που συλλαμβάνουμε, όταν είμαστε ξύπνιοι. Η σύλληψη αυτή δεν είναι φευγαλέα, επειδή είμαστε προικισμένοι με μνήμη. Αυτό που συλλαμβάνουμε, με τον Λόγο μας σαν αλήθεια είναι απ την ουσία της συμπαντική, σΆ όλους κοινή. Η χονδροειδέστατη «πλάνη» ανήκει στα όντα εκείνα που είναι βυθισμένα στον ύπνο τους και τους λείπει η μνήμη. Αυτά τα ξεμοναχιασμένα όντα δεν επικοινωνούν παρά από μεγάλη απόσταση με την συμπαντικότητα, παραμένοντας κλεισμένα μέσα στα απατηλά όρια της (ψευτο-ιδιαιτερότητας) τους.

Η αλήθεια δεν βρίσκεται από την πλευρά του σκεπτόμενου υποκειμένου, η αλήθεια είναι η αλήθεια της ολότητας που αποκαλύπτεται σε όποιον αγαπά την σοφία και προσπαθεί να τη συλλάβει με τη σκέψη και να την εκφράσει με την γλώσσα. Μαζί με τον λόγο και το σοφό, αποτελεί την αρμονία της ολότητας. Αυτή η αρμονία είναι φυσικά πολεμίστρια, δηλαδή είναι διαλεκτική. Η αλήθεια βρίσκεται μέσα σ ολόκληρο το ακατάπαυστο γίγνεσθαι του είναι.»

«Η πλάνη, η αυταπάτη, η ψευτιά και η βλακεία είναι κι αυτές εξίσου και είναι επίσης αληθινές.» Αν και ατελείς μορφές που εκφράζουν μονάχα ιδιαιτερότητες. Αποτελούν αλλοτριώσεις της σοφίας.

«Ενώ η αλήθεια είναι συμπαντική, η πλάνη είναι ανθρώπινη κι ατομική, δεν είναι παρά μια επιπόλαιη σύλληψη της πληρότητας του κόσμου».

Ο Ηράκλειτος στοχάζεται τον Λόγο και μας προσανατολίζει προς την αναζήτηση της γνώσης και της Αλήθειας. Αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μέσα από τις αισθήσεις. Για να ξεπεράσουμε το στάδιο της ιδιαίτερης γνώμης πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση για να διακρίνουμε πέρα από την επιφάνεια των φαινομένων, την κρυμμένη αρμονία, να σκεφτούμε με τρόπο υγιή που συλλαμβάνει και επικοινωνεί με τον συμπαντικό Σοφό-Λόγο που είναι το θεμέλιο κάθε σκέψης.

«Όλη η κίνηση της Ηρακλειτικής σκέψης, υπακούοντας στον ρυθμό της κίνησης της ολότητας, ενώνει την αρχή και το τέλος, και θα μπορούσε να απεικονιστεί με σπείρες. Ο δρόμος όμως που ακολουθεί ο στοχαστής δεν θα ήταν αληθινός αν δεν οδηγούσε στην καρδιά του σύμπαντος».

Αποσπάσματα

απ 2: «ΓιΆ αυτό πρέπει να ακολουθήσουμε τον κοινό Λόγο γιατί το κοινό είναι συμπαντικό. Ενώ όμως ο Λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν μια δική τους φρόνηση».

απ 34: «Όταν ακούν δεν καταλαβαίνουν και γι αυτό μοιάζουν με κουφούς. Μαρτυρεί γι αυτούς η παροιμία: παρόντες απουσιάζουν».

απ 70: «Παιχνίδια παιδιών οι ανθρώπινες δοξασίες».

απ 97: «Κακοί μάρτυρες τα μάτια και τ αυτιά για τους ανθρώπους, όταν οι ψυχές τους είναι βάρβαρες».

απ 46: «Η έπαρση είναι νόσος ιερή και η όραση ψεύδεται».

απ 41::«Γιατί μια είναι η σοφία: Το να γνωρίζεις την σκέψη που μέσα απ΄ όλα τα κυβερνάει όλα».

απ 116:«Όλοι οι άνθρωποι έχουν μερίδιο στην αυτογνωσία και την σωφροσύνη».

απ 112: «Σωφροσύνη, η μέγιστη αρετή, και σοφία το να λες την αλήθεια και να πράττεις σύμφωνα με την φύση-ακούγοντας την».

απ 115: «Ο λόγος της ψυχής αυξάνει απΆ τον εαυτό του».

απ 54: «Η αφανής αρμονία καλύτερη από την φανερή».

απ 123: «Η φύση αγαπά να κρύβεται».

απ 22: « Όσοι γυρεύουν χρυσάφι σκάβουν πολύ την γη και λίγα βρίσκουν».

απ 114: «Για να μιλάμε με νόημα πρέπει να αντλούμε δύναμη απ αυτό που είναι σ όλα κοινό, όπως η πόλη αντλεί από τον νόμο, κι ακόμα περισσότερο, γιατί όλοι οι ανθρώπινοι νόμοι τρέφονται από τον ένα νόμο, το θείο. Αυτός κρατάει όσο θέλει την εξουσία του αρκεί για όλα και τα υπερβαίνει».

Το άρθρο βασίστηκε πάνω στην εξαιρετική εργασία του Κώστα Αξελού «Ο Ηράκλειτος και η φιλοσοφία», εκδόσεις Εξάντας.

http://www.e-zine.gr/