Τρίτη, 24 Μαρτίου 2015

Μέγας Όρκος Φιλικής Εταιρίας

 

Ορκίζομαι ενώπιον τού αληθινού Θεού οικειοθελώς, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις τήν Εταιρίαν κατά πάντα.

Νά μή φανερώσω τό παραμικρόν από τά σημεία καί λόγους της,' μήτε νά σταθώ κατ' ουδένα λόγον η αφορμή τού νά καταλάβωσιν άλλοι ποτέ, ότι γνωρίζω τι περί τούτων, μήτε εις συγγενείς μου, μήτε εις πνευματικόν, ή φίλον μου.

Ορκίζομαι, ότι εις τό εξής δέν θέλω έμβη είς καμμίαν άλλην Εταιρίαν, οποία καί άν είναι, μήτε εις κανένα δεσμόν υποχρεωτικόν. Καί μάλιστα, οποιονδήποτε δεσμόν άν είχα, καί τόν πλέον αδιάφορον ως πρός τήν Εταιρίαν, θέλω τόν νομίζει, ως ουδέν.

Ορκίζομαι, ότι θέλω τρέφει εις τήν καρδίαν μου αδιάλλακτον μίσος εναντίον τών τυράννων τής πατρίδος μου, τών οπαδών καί τών ομοφρόνων μέ τούτους. Θέλω ενεργεί κατά πάντα τρόπον πρός βλάβην των καί αυτόν τόν παντελή όλεθρόν των, όταν η περίστασις συγχωρήση.

Ορκίζομαι νά μή μεταχειρισθώ ποτέ βίαν, διά να συγγνωρισθώ μέ κανένα συναδελφόν, προσέχων εξ εναντίας μέ τήν μεγαλητέραν επιμέλειαν νά μή λανθασθώ κατά τούτο, γινόμενος αίτιος ακολούθου τινός συμβάντος.

Ορκίζομαι νά συντρέχω, όπου εύρω τινα συναδελφόν, μέ όλην τήν δύναμιν καί τήν κατάστασίν μου. Νά προσφέρω εις αυτόν σέβας καί υπακοήν, άν είναι μεγαλήτερος εις τόν βαθμόν, καί, άν έτυχε πρότερον εχθρός μου, τόσον περισσότερον νά τόν αγαπώκαί νά τόν συντρέχω, όσον η έχθρα μου ήθελεν είναι μεγαλητέρα.

Ορκίζομαι, ότι, καθώς εγώ παρεδέχθην εις τήν Εταιρίαν, νά δέχωμαι παρομοίως άλλον αδελφόν, μεταχειριζόμενος πάντα τρόπον καί όλην τήν κανονιζομένην άργητα, έως ού τόν γνωρίσω ΄Ελληνα αληθή, θερμόν υπερασπιστήν τής πατρίδος, άνθρωπον ενάρετον καί άξιον όχι μόνον νά φυλάττη τό Μυστικόν, αλλά νά κατηχήση καί άλλον ορθού φρονήματος.

Ορκίζομαι νά μήν ωφελώμαι κατ' ουδένα τρόπον από τά χρήματα τής Εταιρίας, θεωρών αυτά ως ιερόν πράγμα καί ενέχυρον ανήκον εις όλον τό έθνος μου. Νά προφυλάττωμαι παρομοίως καί εις τά λαμβανόμενα καί στελλόμενα εσφραγισμένα γράμματα.

Ορκίζομαι νά μήν ερωτώ ποτε κανένα τών Φιλικών μέ περιέργειαν, διά νά μάθω, οποίος τόν εδέχθη εις τήν Εταιρίαν. Κατά τούτο δέ μήτε εγώ νά φανερώσω ή νά δώσω αφορμήν εις τούτον, νά καταλάβη, ποίος μέ παρεδέχθη. Νά υποκρίνωμαι μάλιστα άγνοιαν, άν γνωρίσω τό σημείον εις τό εφοδιαστικόν τινος.

Ορκίζομαι νά προσέχω πάντοτε εις τήν διαγωγήν μου, διά νά είμαι ενάρετος. Νά ευλαβώμαι τήν θρησκείαν μου, χωρίς νά καταφρονώ τάς άλλας. Νά δίδω πάντοτε τό καλό παράδειγμα. Νά συμβουλεύω καί να συντρέχω τόν ασθενή, τόν δυστυχή καί τόν αδύνατον. Νά σέβωμαι τήν ιεράν δικαιοσύνην, τά έθιμα, τά κριτήρια καί τούς διοικητάς τού τόπου, εις τόν οποίον διατρίβω.

Τέλος πάντων ορκίζομαι εις σέ, ώ ιερά πατρίς! ορκίζομαι εις τάς πολυχρονίους βασάνους σου, ορκίζομαι εις τά πικρά δάκρυα, τά οποία τόσους αιώνας έχυσαν τά ταλαίπωρα τέκνα σου, εις τά ίδια μου δάκρυα, χυνόμενα εις ταύτην τήν στιγμήν, καί εις τήν μέλλουσαν ελευθερίαν τών ομογενών μου, ότι αφιερώνομαι όλος εις σέ.

Εις το εξής σύ θέλεις είσαι η αιτία καί ο σκοπός τών διαλογισμών μου.

Τό όνομά σου ο οδηγός τών πράξεών μου, καί η ευτυχία σου η ανταμοιβή τών κόπων μου.

Η θεία δικαιοσύνη νά εξαντλήση επί τής κεφαλής μου όλους τούς κεραυνούς της, τό όνομά μου νά είναι εις αποστροφήν, καί τό υποκείμενόν μου τό αντικείμενον τής κατάρας καί τού αναθέματος τών ομογενών μου, άν ίσως λησμονήσω εις μίαν στιγμήν τάς δυστυχίας των, καί δέν εκπληρώσω τό χρέος μου.

Τέλος ο θάνατός μου άς είναι η άφευκτος τιμωρία τού αμαρτήματός μου, διά νά μή μολύνω τήν αγιότητα τής Εταιρίας μέ τήν συμμετοχήν μου.