Δευτέρα, 2 Φεβρουαρίου 2015

Σύγκριση της Πρόνοιας του Πλωτίνου με το Ινδουιστικό Ντάρμα


Περίληψη

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για την κατάδειξη της ύπαρξης ενός κοινού ινδοευρωπαϊκού υπόβαθρου στην Ινδία και στην ελληνορωμαϊκή σκέψη αποτελεί η σύγκριση του ινδουιστικού Ντάρμα με την περί Προνοίας θεωρία του φιλοσόφου Πλωτίνου. Η επισήμανση πρόσθετων κοινών νοηματικών και δομικών χαρακτηριστικών της φιλοσοφίας του ιδρυτή της νεοπλατωνικής σχολής με την ινδική φιλοσοφία, δείχνει με ποιο τρόπο κατεύθυναν τη δράση για την ομοίωση με το θείο, μέσω της μεταφυσικής σκέψης και της ηθικής διαμόρφωσης των ανθρώπων.     

Εισαγωγή


Χαρακτηριστική είναι η δυνατότητα που διαφάνηκε από τις έρευνες σχετικά με την ινδοευρωπαϊκή θεωρία να καθοριστεί η ύπαρξη ενός αρχαίου corpus δογμάτων και αντιλήψεων, που εξέφρασε ο Νεοπλατωνισμός και παράλληλα εντοπιζόταν σε πολλές κοινωνίες και πολιτισμούς του αρχαίου κόσμου. Μία σημαντική έννοια που προέρχεται από αυτήν την «πολιτιστική κοινή» της αρχαιότητας αποτελεί το ινδουιστικό Ντάρμα, το οποίο αντιστοιχεί στην έννοια της Πρόνοιας, όπως την επεξεργάστηκε φιλοσοφικά και θρησκευτικά ο Πλωτίνος κατά τον 3ο αιώνα μ.Χ. Με το Ντάρμα και την Πρόνοια δίνεται έμφαση στον σεβασμό σε μία παγκόσμια τάξη, ως έκφραση ενός θεϊκού σχεδίου, το οποίο καθορίζει τα καθήκοντα του ανθρώπου στη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα. Αυτές, όπως και άλλες έννοιες από την παράδοση της σχολής του Πλωτίνου και της ινδικής φιλοσοφίας, αφορούν τη μεταφυσική και την κοσμολογία, βασιζόμενες σε μορφές μίας υψηλής ηθικής. Η

ινδική φιλοσοφία ακόμη αναγνωρίζει και μία μεταφυσική διαφοροποίηση των ανθρώπων, όπως φαίνεται από την κοσμογονία των Βεδών και ιδιαίτερα τον ύμνο Πουρούσα Σούκτα.[i]

Η πλωτινική Πρόνοια

Ο Πλωτίνος στο έργο του γνωστό ως Ἐννεάδες χρησιμοποίησε μία υποβλητική αλλαγή προοπτικής στον λόγο του, όταν έγραψε σε πρώτο πρόσωπο: «Εμένα με δημιούργησε ένας θεός και η προέλευσή μου από Εκεί με έκανε πιο τέλειο από όλα τα ζώα, επαρκή για τον εαυτό μου και αυτάρκη χωρίς να χρειάζομαι τίποτε, αφού όλα βρίσκονται μέσα μου» (ἐμὲ πεποίηκε θεός κἀγὼ ἐκεῖθεν ἐγενόμην τέλειος ἐκ πάντων ζῴων καὶ ἱκανὸς ἐμαυτῷ καὶ αὐτάρκης οὐδενὸς δεόμενος, ὂτι πάντα ἐν ἐμοὶ).[ii] Με την ιερατική και μυστηριακή αυτή φράση παρουσίασε τον κόσμο να καυχιέται για την τελειότητα και αυτάρκειά του. Σύμφωνα με τον Πλωτίνο η ψυχή και οι θεοί μετέχουν κατά δύναμιν στο είναι, τη ζωή και τη νόηση, επιθυμώντας το Αγαθό. Ολόκληρος ο ουρανός εξαρτάται από το Ένα, τον Θεό ή το Αγαθό, το οποίο βρίσκεται έξω από τον κόσμο και ταυτόχρονα παρήγε τον κόσμο μέσω της απορροής των υποστάσεων του Νου και της Ψυχής.

Ο κόσμος για τον Πλωτίνο είναι ένα έμψυχο ζωντανό ον[iii] (ζῷον) που περιέχει όλα τα ζωντανά όντα (περιεκτικοῦ ζῴων ἁπάντων) και αντλεί την ύπαρξή του από την Ψυχή, τον Νου και το έσχατο Ένα. Η ιεραρχία των υποστάσεων μπορεί να παρασταθεί με μία λαμπερή φωτιά – που συμβολίζει το Ένα – η οποία καίει στην κορυφή ενός βουνού τη νύχτα και φωτίζει τον χώρο σε μία ορισμένη απόσταση τριγύρω. Όσο απομακρυνόμαστε από την πηγή του φωτός τόσο πιο αδύναμος γίνεται ο φωτισμός. Ώσπου φτάνουμε σε μία περιοχή όπου η φωταύγεια είναι αμυδρή. Το μέρος που παραμένει στο σκοτάδι συμβολίζει για τον Πλωτίνο την άμορφη ύλη. Η Ψυχή προσδίδει κάλλος και αγαθότητα στον υλικό κόσμο αντανακλώντας την υπόσταση του Νου.

Ο άνθρωπος στο ιεραρχικό σύστημα του Πλωτίνου διατηρεί μία ανωτερότητα σε σχέση με τον υπόλοιπο ζωικό, φυτικό και ορυκτό κόσμο. Στην πραγματεία που ο Πορφύριος τοποθέτησε στην αρχή της έκδοσης του έργου του δασκάλου του, με τίτλο «Ποιο είναι το ζώο και ποιός ο άνθρωπος», ο Πλωτίνος προσπάθησε να εναρμονίσει τη θέση του Πλάτωνα ότι η ψυχή του ανθρώπου είναι χωριστή και αθάνατη, με την αριστοτελική παράδοση ότι η ψυχή είναι μία μορφή που επιβάλλεται σε έναν ζωντανό οργανισμό, αποτελώντας φθαρτή ύπαρξη.[iv] Η λύση που δόθηκε από πολλούς Πλατωνικούς φιλοσόφους στο πρόβλημα ήταν ο διαχωρισμός σε ένα λογικό και ένα άλογο τμήμα της ψυχής. Το πρώτο αφορά τη νοητική δύναμη και είναι αθάνατο, αποτελώντας ίδιον του ανθρώπου, ενώ το δεύτερο υπάρχει στα ζώα, όμως η αθανασία του είναι αμφισβητήσιμη.[v] Ο άνθρωπος υπόκειται στις αισθήσεις, έχει αισθήματα και δρα, ως ψυχή και σώμα, όντας ένα λογικό «ζῷο». Η ανθρωποκεντρική τάση του τρόπου σκέψης του Πλωτίνου δεν οδηγεί στην αλήθεια της ατομικότητας, αλλά στην αναγωγή στο νοητό. Η ουσία του ανθρώπου ταυτίζεται, δηλαδή με την ιδέα του, ενώ για όλα τα σφάλματα και τις αποτυχίες υπεύθυνο είναι το σωματικό είδωλό μας στον αισθητό κόσμο,.

Αν ο βαθμός αλήθειας όλων των όντων εξαρτάται τη συμμετοχή στην Ψυχή και το Νου,[vi] το ζητούμενο ήταν να ανακαλυφθεί ένα ανώτερο σχέδιο που καθορίζει τις γήινες υπάρξεις. Το σχέδιο αυτό θα έπρεπε να δικαιολογεί τις ατέλειες ή αντιθέσεις που απειλούν την τάξη του κόσμου.[vii] Η διάγνωση των αντιφάσεων του κόσμου ήταν ένα πρώτο βήμα προς την προσπάθεια επίλυσής τους. Έτσι, προήλθε η ηθική για να ορίσει τις σχέσεις του ανθρώπου με τη φυσική και κοινωνική πραγματικότητα. Ακόμη προέκυψε ο Μυστικισμός, εφόσον η φωτισμένη κατανόηση του κόσμου προϋποθέτει την κάθαρση και τις αρετές. Αν πιστέψει κανείς στη θεϊκή Πρόνοια του Νου έχει σοβαρούς λόγους και δύναμη να μην επηρεάζεται από τις ατέλειες του υλικού κόσμου, που οφείλονται στην έλλειψη του Αγαθού.

Η ύπαρξη της Πρόνοιας θα πρέπει να εξηγεί τις αδικίες σε βάρος των δίκαιων ανθρώπων. Εν μέρει για τον Πλωτίνο, η αιτιολογία των αδικιών είναι η ύπαρξη της μετεμψύχωσης. Εφόσον τα κακά στον ανθρώπινο βίο δεν προέρχονται από τον θεό, αλλά από την πολλαπλότητα και φθαρτότητα του κόσμου (μεταφυσικό κακό), το κακό στη ζωή (ηθικό κακό)[viii] αποτελεί ένα μάθημα: ο αληθινά σοφός δεν επηρεάζεται αλλά μαθαίνει, προσπαθώντας να κατανοήσει τους νόμους του κόσμου. Αν δεν υπήρχε το κακό και ήταν όλα εύκολα, θα γινόμασταν πλαδαροί. Η μόνη σωτηρία για τον Πλωτίνο είναι η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη μετά φρονήσεως. Ακόμη και η εύτακτη περιφορά του ουρανού αποτελεί ασφαλή ένδειξη ότι πρόκειται για μία οντότητα που διαθέτει φρόνηση, και μέσω της κίνησης αυτής μιμείται την αιωνιότητα του Νου. Αν η Πρόνοια επενέβαινε για να περισώσει τους ανθρώπους που δεν φροντίζουν οι ίδιοι να συμμορφωθούν με τις επιταγές της θα αναιρούσε τους φυσικούς νόμους που αποτελούν εκδήλωσή της, θα αναιρούσε τον ίδιο της τον εαυτό.[ix] Αναζητώντας ένα θεϊκό σχέδιο, οι άνθρωποι της εποχής του Πλωτίνου προσπαθούσαν δώσουν μία σωτηριακή λύση στο άπαυτο παίγνιο της ζωής και του θανάτου. Ο στόχος της φιλοσοφίας του Πλωτίνου είναι κατά βάση θρησκευτικός: η ένωση του μυημένου με την αρχή των πάντων.

Το ινδουιστικό Ντάρμα

Ο όρος Ντάρμα (Dharma) ετυμολογικά προέρχεται από τη ρίζα dhṛ- που σημαίνει τη «συγκράτηση μαζί», ενώ του έχουν δοθεί ποικίλες ερμηνείες σε διάφορες ινδικές σχολές σκέψης.[x] Σε κοσμολογικό επίπεδο είναι αυτό που δίνει τη συνοχή στο σύμπαν, η παγκόσμια αρχή όλων των πραγμάτων. Για τη σημασία του κοσμικού νόμου χρησιμοποιείται στις Βέδες ο όρος Ρίτα, ο οποίος όμως αργότερα αντικαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από την έννοια του Ντάρμα. Το Ντάρμα αφορά τις κοινωνικο-ηθικές υποχρεώσεις και κανόνες των ανθρώπων. Πρόκειται για μία δύσκολα μεταφράσιμη και ίσως αμετάφραστη έννοια. Η έννοια του Ντάρμα χαρακτήριζε και χαρακτηρίζει τη ζωή της ινδικής κοινότητας και την ένταξη στις κάστες. Όμως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μία αναγκαστική υποχρέωση, όπως την εννοεί η ευρωπαϊκή κουλτούρα.[xi] Ενέχει πάντως ένα ξεκάθαρα ηθικό περιεχόμενο στη θρησκεία του Ινδουισμού.

Η κοσμολογική σημασία του Ντάρμα εκφράζεται και με τον όρο Σανάτανα Ντάρμα,[xii] που αποτελεί την επίσημη ονομασία του Ινδουισμού ως αιώνια θρησκεία. Διαφέρει από την έννοια που αποδίδεται στο Ντάρμα των Βουδιστών και Τζαϊνιστών. Ο όρος αυτός υποδηλώνει την αιώνια θρησκευτική παράδοση, της οποίας η καταγωγή βρίσκεται πέραν της ανθρώπινης ιστορίας και οι αλήθειες της έχουν αποκαλυφθεί θεϊκά, έχοντας διαβεί τους αιώνες έως την παρούσα ημέρα, αποτυπωμένες στην πιο αρχαία από τις ανθρώπινες ιερές παραδόσεις, τιςΒέδες, οι οποίες έγιναν γνωστές από την 2η έως την 1η χιλιετία π.Χ.[xiii]


Όλοι κατανοούμε ότι ο κόσμος υπόκειται στις αρχές της κίνησης και της στάσης. Το Ντάρμα είναι για τον Ινδουισμό η αρχή της κίνησης, ενώ στερείται των αισθητών ποιοτήτων, εισδύοντας συνέχεια σε όλον τον κόσμο, ως άυλο και ταυτόχρονα η ίδια η αυτάρκης πραγματικότητα, την οποία κινεί, χωρίς να αποτελεί την αιτία της. Από την άλλη, το Αντάρμα είναι η αρχή της στάσης. Στερημένο και αυτό των αισθητών ποιοτήτων θεωρείται ότι είναι ασώματο. Χάρις σε αυτές τις δύο αρχές λειτουργεί το όλον. Ο χώρος με το Ντάρμα και το Αντάρμα διαμορφώνει τις συνθήκες για την ύπαρξη των ψυχών και της ύλης.[xiv]


Σε θρησκειολογικό επίπεδο η κατανόηση της δομής του θείου είναι ισοδύναμη με μία αποκάλυψη, αποτελώντας ένα πρότυπο που πρέπει να ακολουθηθεί για την επίτευξη της λύτρωσης. Σχηματικά θα λέγαμε ότι στο ινδικό έπος Μαχαμπαράτα περιγράφεται o αγώνας είναι μεταξύ καθήκοντος και παράβασης του καθήκοντος, το Ντάρμα και το Αντάρμα,[xv] ένας αγώνας που αποκτά καθολική αξία. Από την άλλη όμως στο ίδιο έπος υπάρχει η υπόμνηση μίας έσχατης κατάστασης, όταν το Ατμαν ταυτίζεται με το Μπράχμαν των Ουπανισάδων,[xvi]όντας πέραν του ζεύγους Ντάρμα – Αντάρμα. Επίσης, με τη Μπαγκαβάτ Γκίτα θα εμφανιστεί σε μία χρονική στιγμή ο Κρίσνα, για να δημιουργήσει μία νέα προοπτική στα μάτια των ανθρώπων που επηρεάζονται αναπόφευκτα από την ιστορικότητα.[xvii]


Περαιτέρω θα λέγαμε ότι η εικόνα του κόσμου που παρέχει ο Ινδουισμός επιτρέπει την ουσιώδη θεώρησή του ως θυσία, καθώς έτσι συνειδητοποιεί κανείς τον εσωτερικό δυναμισμό του σύμπαντος.[xviii] Αυτός ο τρόπος κατανόησης δεν είναι ένα τελετουργικό, αλλά μία κοσμική και κοινοτική πράξη που καθιστά και διατηρεί τον κόσμο ως κοινότητα.[xix] Έτσι σχηματίστηκε η Μιμάμσα, το αποκορύφωμα του «τελετουργικού» Ινδουισμού, μία θρησκεία της θυσίας και της εσωτερικής κατανόησης του κόσμου. Η Μιμάμσα έχει σκοπό την αναζήτηση της φύσης του Ντάρμα, βασισμένη σε μία πιστή ερμηνεία των Βεδών. Κάποτε στην Ινδία συντελέστηκε ένα ιστορικό πέρασμα από το Ντάρμα στο νόμο με διαφορετικό τρόπο από ότι στην Ευρώπη, όπου η μετάβαση έγινε πιο σύντομα από το έθιμο στο νόμο.[xx] Ακόμη συντάχθηκαν οι Νταρμασάστρες, μία μορφή επιστήμης και διδαχής του σωστού και του νόμιμου.

Με βάση το Ντάρμα από την αρχαία εποχή υπήρχε η διαίρεση σε τέσσερις ινδικές κάστες: 1. Βραχμάνοι (ιερείς και δάσκαλοι), 2. Ξατρίγιας (η τάξη των πολεμιστών), 3. Βάϊσιας (οι άνθρωποι που ασχολούνται με την καλλιέργεια της γης και το εμπόριο) και 4. Σούντρας (η τάξη των χειρωνάκτων και των εργατών). Ο προσδιορισμός με βάση τις κάστες στηριζόταν κυρίως στην οικογενειακή καταγωγή. Αυτή η κοινωνική διαίρεση υποτίθεται ότι αναγνώριζε την ποικιλία των ανθρώπινων όντων, αλλά δεν παύει να αποτελεί ένα ταξικό σύστημα. Ο ινδικός τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας πρέπει να ιδωθεί από την άποψη της υπακοής στο Ντάρμα.[xxi]

Συγκριτικές παρατηρήσεις

Συνήθως, όταν γίνεται αναφορά στην ανατολική επίδραση στο έργο του Πλωτίνου, επισημαίνεται ότι η σκέψη του εντάσσεται ολοφάνερα στην προγενέστερη ελληνική παράδοση και ιδιαίτερα στην αριστοτελική και πλατωνική σκέψη.[xxii] Ούτως ή άλλως στις Ἐννεάδεςαπαντώνται περί της εννιακόσιες μη ονομαστικές αναφορές στο έργο του Πλάτωνα.[xxiii]Ωστόσο, πολλοί δυτικοί μελετητές, με πρωτοπόρο ίσως τον Γουίλιαμ Τζόουνς, υποστήριξαν ότι αδυνατούσαν να αναγνώσουν τη Βεδάντα χωρίς να πιστεύουν ότι ο Πυθαγόρας και ο Πλάτων άντλησαν τις υψηλές θεωρίες τους από την ίδια πηγή με τους σοφούς της Ινδίας.[xxiv]  Οι Γερμανοί Ινδολόγοι του 18ου και 19ου αιώνα ήταν φορείς και συνεχιστές της αρχαίας αντίληψης για την πραγματικότητα που είχε φτάσει έως αυτούς. Έτσι, εύκολα αναγνώρισαν τις ομοιότητες της αριστοκρατικής και κλασσικής ποιότητας σκέψης των αρχαίων Ινδών με την αρχαιοελληνική.

Μία θέση επί του προκειμένου είναι ότι η Πρόνοια του Πλωτίνου παραπέμπει στο ινδουιστικό Ντάρμα. Ο ινδικός όρος Ντάρμα δεν μπορεί να μεταφραστεί απλά ως ευσέβεια.[xxv] Για την ινδική σκέψη και τον Πλωτίνο ο κόσμος δεν είναι προϊόν σύμπτωσης. Όπως η Πρόνοια του Πλωτίνου, έτσι και το Ντάρμα συνδέουν τον μυημένο και τον πιστό με τη θεϊκή τάξη.[xxvi] Τα ουράνια σώματα ως θεότητες και μέρη του όλου ως ζωντανού οργανισμού του Πλωτίνου, θυμίζουν τις θεϊκές οντότητες, που το πρώτο μεγάλο ινδικό φιλοσοφικό σύστημα για τη μελέτη του Ντάρμα, το Πούρβα Μιμάμσα, υποθέτει ότι υπάρχουν.[xxvii] Η έννοια του Ντάρμα έχει μία δεισιδαιμονική σημασία,[xxviii] όπως η Πρόνοια και η αρμονία του όλου του Πλωτίνου αφορούν τη μαγική σκέψη, καθώς όλα τα μέρη του κόσμου αλληλεπιδρούν με βάση τις μεταξύ τους αναλογίες (συμπάθεια τῶν ὃλων). Αν και ο Πλωτίνος δεν οδηγήθηκε στην εισαγωγή τελετουργιών στηριγμένες σε αυτές τις αναλογίες, το βήμα αυτό θα πράξουν οι διάδοχοι και κληρονόμοι του.

Πολλές από τις ενοράσεις του Πλωτίνου είναι παρόμοιες με τη σκέψη της Μπαγκαβάτ Γκίταπου αποτελεί μέρος του μεγαλύτερου έπους Μαχαμπαράτα.Η έννοια του Ντάρμα εμφανίζεται συχνά στη Μπαγκαβάτ Γκίτα να αφορά διάφορους ρόλους, όπως του ξαδέρφου, του αδερφού, του πατέρα ή της μητέρας. Το δίλλημα του ήρωα Αρτζούνα είναι ότι στη μάχη πρέπει να λάβει υπόψη τόσο το Ντάρμα της οικογένειάς του, όσο και το δικό του Ντάρμα ως πολεμιστή. Για την ινδική σκέψη, αν κανείς ξεφύγει από τους νόμους του Ντάρμα ο κόσμος γίνεται χαοτικός, και όσοι διασπούν το Ντάρμα της οικογένειας και της κάστας προκαλούν τις δυνάμεις της καταστροφής.[xxix]


Το Ντάρμα αφορώντας κάθε ξεχωριστό άτομο και ον φέρνει σε επαφή με μία ανώτερη μοίρα και σκοπό. Κατά παρόμοιο τρόπο, ο Πλωτίνος βιώνοντας μία προσωπική εμπειρία πίστεψε περισσότερο από κάθε άλλη φορά ότι ανήκε σε μία ανώτερη μοίρα, απορώντας πως η ψυχή του βρέθηκε και πάλι στο σώμα «καθαυτή».[xxx] Χρησιμοποίησε τον τελευταίο όρο, διότι θεωρούσε ότι η ψυχή είναι σαν το χρυσάφι στο βόρβορο,[xxxi] καθώς δεν πέφτει ποτέ εξολοκλήρου από τον κόσμο των νοητών στον κόσμο της ύλης. Ακόμη στο Μαχαμπαράταλέγεται ότι η αλήθεια του Ντάρμα βρίσκεται κρυμμένη σε ένα σκοτεινό σπήλαιο,[xxxii] δηλαδή στην καρδιά. Με τον γνωστό μύθο του σπηλαίου των (νεο) πλατωνικών θεωρείται mutatis mutandis ότι η αλήθεια είναι κρυμμένη από τον αισθητό κόσμο. Η ινδική σκέψη δεν περιορίζεται από τη δράση και ο Πλωτίνος έβλεπε τη δράση ως σκιά της θεωρίας. Η άμεση επαφή με την ένσαρκη αποκεκαλυμμένη σοφία ελλείπει από το έργο του Πλωτίνου, υπάρχει όμως στον Χριστιανισμό.

Ακόμη, η εικόνα του δέντρου στην ανεστραμμένη μορφή του με τη ρίζα στον ουρανό και τα κλαδιά του στη γη που περιγράφει ο Πλωτίνος στην πραγματεία του «Περί Προνοίας»,[xxxiii]υφίσταται παρόμοια στην ινδική παράδοση. Η εικόνα αυτή για τον Πλωτίνο συμβολίζει τη συγκέντρωση των πάντων σε μία ενότητα, η οποία έχει την αρχή της στο Ένα.[xxxiv] Ο Πλωτίνος στοχεύει να δείξει την ύπαρξη μίας ζωής του όλου,[xxxv] που έχει την ικανότητα να αναπτύσσεται και να διακλαδίζεται χωρίς να χάνεται το επιμέρους ον εντός του.[xxxvi] Το δέντρο στο οποίο αναφέρεται η ινδική θρησκεία καλείται αιώνιο Άσβαθα, και παραπέμπει στο ζωντανό σύμπαν ως μία όψη του Μπράχμαν, ενώ οι επιμέρους θεότητες αντιστοιχούν στα κλαδιά του. Η εμπειρία του ανθρώπου βυθίζεται σε αυτό το απέραντο δέντρο, ενώ η μόνη δυνατότητα να οδηγηθεί στη λύτρωση και να αποθεωθεί είναι να αναχθεί στην πηγή του όλου. Όπως ο Πλωτίνος επέμενε στην αιωνιότητα του σύμπαντος την οποία το κοσμικό δέντρο απηχεί, έτσι και στη Μπαγκαβάτ Γκίτα το Άσβαθα αναφέρεται ως άφθαρτο, αναποδογυρισμένο, του οποίου η μορφή δεν διασπάται στον αισθητό κόσμο, ούτε στην αρχή του, ούτε στο τέλος του.[xxxvii] Πολύ πιθανόν η μεταφορά του κοσμικού δέντρου να υπαγορεύτηκε από τη συχνή χρήση μίας άλλης μεταφοράς, δηλαδή του ήλιου με τις ακτίνες[xxxviii].

Οι ομοιότητες ανάμεσα στις Ἐννεάδες και την ινδική σκέψη αφορούν τόσο επιμέρους θέματα, όσο και τη γενική και δυναμική πλευρά τους. Το Ένα ή το Αγαθό ή ο Θεός για τον Πλωτίνο βρίσκεται επέκεινα ουσίας, αποτελώντας την ύψιστη αρχή από την οποία απορρέουν τα πάντα. Δεν αποτελεί μορφή, και κανένα επίθετο και προσδιορισμός δεν είναι επαρκή για αυτό. Όμως η σύγκριση του πλωτινικού Ενός με το Βράχμαν των Ουπανισάδων είναι δυσχερής, καθότι αυτές ως προϊόν διαφόρων φιλοσόφων στερούνται ομοιομορφίας. Υπάρχει όμως μία εντυπωσιακή αναλογία μεταξύ τους. Η μυστικιστική προσέγγιση από τον Πλωτίνο του Ενός προϋποθέτει την αδυναμία μας να μιλήσουμε για αυτό. Το Βράχμαν, όπως και το Ένα, βρίσκονται πέραν της νοητής κατανόησης και του επιπέδου του Νου. Με την εισαγωγή του Ενός ο Πλωτίνος ξεπέρασε το δέος της αρχαίας ελληνικής σκέψης για το χωρίς πέρας, καθώς άνοιξε μία διέξοδο προς το άπειρο.

Η απόσταση από το Ένα και το Βράχμαν καθορίζει την οντολογική και αξιολογική διαβάθμιση: όσο πλησιέστερα είναι κανείς σε αυτά τόσο μεγαλύτερη είναι η βαθμίδα αυτοσυνειδησίας και ο βαθμός ύπαρξης. Καθετί στον κόσμο νοσταλγεί να επιστρέψει στο Ένα ή το Βράχμαν. Η αυτάρκεια της πρώτης αρχής είναι δεδομένη, εφόσον δεν εξέρχεται από τον εαυτό της, εκπέμποντας την ενέργεια και την ακτινοβολία της στον κόσμο. Η αποφατική χρήση της γλώσσας, όσον αφορά το Ένα και το Βράχμαν, υποδηλώνει το ασύλληπτο και την απροσδιοριστία τους. Για το Βράχμαν λέγεται ότι εκείνος που το γνωρίζει δεν το γνωρίζει, ενώ το γνωρίζει εκείνος που δεν το γνωρίζει.[xxxix] Ο Πλωτίνος, επίσης, λέει πως όπως εκείνοι που έχουν έναν θεό εντός τους και βρίσκονται σε θεία κατοχή, μπορούν να κατανοήσουν ότι έχουν κάτι μεγαλύτερο, ακόμη και εάν δεν το γνωρίζουν. Η πρώτη αρχή δεν γνωρίζεται, αλλά βιώνεται μέσω της έκστασης και οδηγεί στη θέωση του ανθρώπου.

Όσον αφορά τη δεύτερη υπόσταση του Νεοπλατωνισμού, δηλαδή το Νου κάτω από το Ένα, έχει λεχθεί ότι αντιστοιχεί στο Ισβάρα (Ishvara) της φιλοσοφίας των Ουπανισάδων. Ωστόσο, δεν υφίσταται νοητός κόσμος ανάλογος της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας στην ινδική σκέψη. Ο Ισβάρα χαρακτηρίζεται από αυτοσυνειδησία και στρέφεται προς τον κόσμο μεριμνώντας για αυτόν, αποτελώντας μία «αιτία διαφοροποίηση της ουσίας του Βράχμαν». Υπάρχει όμως και η έννοια του Σαγκούνα Βράχμαν (Saguna Brahman), το οποίο είναι το Βράχμαν επιδεχόμενο προσδιορισμούς και έχοντας τη μορφή μίας προσωπικότητας, ώστε να γίνει πιο προσιτό στον άνθρωπο. Επομένως, το Σαγκούνα Βράχμαν εμφανίζεται κάτω από το Βράχμαν, ως μία πρώτη μορφή ετερότητας, που θα οδηγήσει στην πολλαπλότητα του αισθητού κόσμου, κατά ανάλογο τρόπο που ο νεοπλατωνικός Νους ως ετερότητα σε σχέση με το Ένα μέσω της θέασης του γεννήτορά του παράγει την Ψυχή και την Ύλη.

Έννοια αντίστοιχη της υπόστασης της Ψυχής του Πλωτίνου δεν φαίνεται να υπάρχει στιςΟυπανισάδες. Η διακριτή ιεράρχηση των Ἐννεάδων δεν έχει απόλυτη αντιστοιχία στην ινδική σκέψη. Από το Βράχμαν οδηγούμαστε σε ένα είδος παγκόσμιας ψυχής, που αντιστοιχεί στην Ψυχή του Κόσμου του Πλωτίνου. Παράλληλα υπάρχει η έννοια του Άτμαν, που είναι το ίδιο το Βράχμαν, το οποίο ενυπάρχει παντού, αποτελώντας την άφθαρτη ουσία της ψυχής, χωρίς να ταυτίζεται με ό,τι ονομάζουμε συνήθως ψυχή. Υπάρχει ακόμη η έννοια του Χιράγια Γκάρμπα (Hiraya Garbha) που βρίσκεται ανάμεσα στον Ισβάρα και την ατομική ψυχή του ανθρώπου.

Ο κόσμος για την ινδική σκέψη, όπως και για τον Πλωτίνο, δεν δημιουργήθηκε εκ του μη-όντος όπως για τον Χριστιανισμό, αλλά είναι αιώνιος αποτελώντας έκφραση του Βράχμαν. Συχνά έχει παρατηρηθεί από δυτικούς μελετητές ότι για την ινδική σκέψη ο υλικός κόσμος θεωρείται μία απατηλή οπτασία, σαν να μην υπάρχει πραγματικά, ως προϊόν της Μάγια, μία αυταπάτη των αισθήσεων. Παρόμοια ο Πλωτίνος θεωρεί την ύλη και τον αισθητό κόσμο «οἷον παίγνιον φεῦγον»,[xl] σαν ένα τρυκ και τέχνασμα.[xli] Όμως για τον Πλωτίνο, αν και υφίσταται ένας υποβιβασμός της υλικής και σωματικής ύπαρξης, αυτός δεν συνεπάγεται την καταδίκη της. Ο υλικός κόσμος για τον Πλωτίνο είναι αξιοθέατος ως μίμηση του νοητού κάλλους.

Επίσης, ολοφάνερα η πλωτινική έννοια της μετεμψύχωσης μπορεί να συνδεθεί με τις ινδικές έννοιες της μετεμψύχωσης και του Κάρμα, που συμπληρώνουν το ινδουιστικό Ντάρμα.[xlii] Το κάρμα κάθε ανθρώπου είναι τα καλά και κακά έργα που πράττει, με βάση τα οποία κρίνεται η πορεία της ύπαρξής του.[xliii] Οι ιδέες του Κάρμα, της μετεμψύχωσης και της ανακύκλησης των όντων είναι μορφές υπέρβασης της ανθρώπινης ατομικότητας. Στη φιλοσοφία τωνΟυπανισάδων και της Μπαγκαβάτ Γκίτα ο εαυτός είναι χωρίς όρια και ταυτίζεται με το όλο. Η ερμηνεία του Κάρμα στα Βεδικά κείμενα δεν αφορά μόνο την ανταπόδοση σε μεταγενέστερες ζωές ανάλογα με τις πράξεις, αλλά, όπως ειπώθηκε, μία θυσία του ανθρώπου χάρις την τελετουργία, που υπενθυμίζει τη θυσία του κόσμου και την κοσμογονική πράξη.[xliv] Παρόμοια, η Πρόνοια του Πλωτίνου ισοδυναμεί με μία αποδοχή του κοσμικού και υπερκόσμιου νόμου και την αναγωγή στην πηγή της απορροής των υποστάσεων.

Η αναγωγή της ανθρώπινης ψυχής στο Ένα και το Βράχμαν προϋποθέτει την άσκηση μέσω των αρετών, την κάθαρση και την εκστατική εμπειρία. Η ηθική αποτελεί μόνο μία μεταβατική κατάσταση προετοιμασίας για την αποδέσμευση από την ύλη. Για τη εύρεση της αληθινής αναγωγής στο απόλυτο, είναι απαραίτητη στην Ινδία η επαφή με έναν πνευματικό δάσκαλο, τον Γκουρού, που θα καθοδηγήσει τον μυημένο. Η οδός προς την κάθαρση βασίζεται σε αυστηρούς κανόνες της ζωής, και εξαρτάται από το πνευματικό επίπεδο και την κάστα στην οποία κανείς ανήκει. Ο ασκητισμός στην Ινδία ποικίλει σε περιεχόμενο και εξαρτάται από πολλές συνθήκες.

Η εφαρμογή των ασκήσεων μέσω του σώματος εμφανίζεται με τις μορφές του Γιόγκα, όρος που σημαίνει εκτός από τις ασκήσεις και την ίδια τη θρησκεία. Ο Πλωτίνος, βέβαια, δεν οδηγήθηκε σε παρόμοιες ασκήσεις του σώματος, αλλά περιορίστηκε σε μία απλή βίωση των αρετών, με στόχο τη θεωρητική ζωή και λίγες μόνο εκστατικές πτήσεις της συνείδησης (όσο ο Πορφύριος βρισκόταν κοντά του ο δάσκαλός του έφτασε τέσσερις φορές στην έκσταση, ενώ ο ίδιος ο Πορφύριος μόνο μία, σε ηλικία εξήντα οκτώ ετών).[xlv] Αν η ινδική έκσταση σηματοδοτεί την εξαφάνιση της προσωπικότητας που συγχωνεύεται με τη θεϊκή ουσία, ανάλογα η εκστατική εμπειρία του Πλωτίνου φαίνεται ότι συνεπάγεται την ταύτιση του μυημένου με το Ένα.[xlvi] Η λύτρωση[xlvii] οδηγεί στην μεταλλαγή του τρόπου που ο μυημένος βλέπει τον κόσμο (ἂλλον τρόπον τοῦ ἰδεῖν),[xlviii] εφόσον η εκστατική εμπειρία δεν έχει μεγάλη διάρκεια.

Η αντίληψη για την εύτακτη και αρμονική λειτουργία του κόσμου που αφορά την έννοια της Πρόνοιας του Πλωτίνου υποστηριζόταν, λοιπόν, από μία ηθική. Ωστόσο, ο ρωμαϊκός χαρακτήρας της φιλοσοφίας του συνδυαζόταν με το ελληνικό στοιχείο, το οποίο, όπως και η ινδική σκέψη, προϋπέθεταν τη δυνατότητα να διαλέξει ή όχι κανείς μία στάση απέναντι στην πραγματικότητα, προσφέροντας στους ανθρώπους κυρίως μία συμβουλευτική. Στις φιλοσοφίες των δύο αρχαίων χωρών δεν υφίστατο πειθαναγκασμός,[xlix] αλλά έγκειτο στην υπευθυνότητα του καθενός να ακολουθήσει την πορεία σύμφωνη με το Ντάρμα ή τις επιταγές της θεϊκής Πρόνοιας.

Ένα θέμα που αφορά τις ομοιότητες της φιλοσοφίας των Ινδών με τη σκέψη του Πλωτίνου, είναι πως προέκυψαν. Οι εξηγήσεις που μπορούν να δοθούν είναι δύο: η πρώτη είναι ότι προήλθαν από άμεση ιστορική επίδραση. Ο Πλωτίνος βρισκόταν στην Αλεξάνδρεια έως την ηλικία των τριάντα εννέα ετών, μία πόλη στον δρόμο που οδηγούσε από την Ινδία στη Ρώμη. Στην Αλεξάνδρεια του 3ου αιώνα μ.Χ. επικρατούσε ένας κοσμοπολιτισμός, καθώς συνυπήρχαν Βάρβαροι στρατιώτες, Ιουδαίοι, Σύριοι και άλλοι Ασιάτες, ενώ κυκλοφορούσαν η Βίβλος, τα Γνωστικά συγγράμματα, το Ευαγγέλιο και πιθανόν ιερά βιβλία των Ινδών,[l] αν και δεν έχουμε καμιά αναφορά για αυτά. Επίσης, είναι γνωστό ότι ο Πλωτίνος δεν ικανοποιήθηκε στην αρχή από τη διδασκαλία των Ελλήνων φιλοσόφων. Μόνο στην ηλικία των είκοσι-επτά χρονών εντάχτηκε στους μαθητές του Αμμώνιου Σακκά, για τα δόγματα του οποίου δεν γνωρίζουμε παρά ελάχιστα, μαζί με τον οποίο έμεινε για έντεκα χρόνια.[li] Έτσι, δεν φαίνεται να αποδέχτηκε χωρίς δισταγμό ή με ευκολία την ελληνική παραδοσιακή σκέψη. Ο μαθητής του Πορφύριος αναφέρει γενικά ότι όντως διακατεχόταν από μία ενθουσιώδη έφεση για τη βαρβαρική φιλοσοφία. Ακόμη, ο ίδιος αναφέρει, ότι επηρεάστηκε από τους Ινδούς, όταν ταξίδεψε μαζί με τον αυτοκράτορα Γορδιανό Γ’ στην εκστρατεία του. Ωστόσο, παρά τις καταφανείς ομοιότητες ανάμεσα στις Ἐννεάδες και την ινδική σκέψη, εκατέρωθεν ή μονόπλευρες επιδράσεις δεν μπορούν να τεκμηριωθούν και όσες άμεσες επιδράσεις δέχτηκε ο Πλωτίνος έχουν ως πηγή τους την ελληνική φιλοσοφική παράδοση.[lii]


Πάντως είναι πιθανόν οι ομοιότητες ανάμεσα στην ινδική σκέψη και τον Νεοπλατωνισμό να προήλθαν λόγω ενός κοινού τρόπου αντίληψης των ανθρώπων. Οι ιδέες τις οποίες η πλατωνική φιλοσοφία εξέφρασε – και κληροδοτήθηκαν στον Νεοπλατωνισμό – αποτελούσαν ένα ενιαίο πνευματικό φαινόμενο που αντανακλούνταν σε πολλές κοινωνίες του αρχαίου κόσμου, όπως την Αίγυπτο του Νέου Βασιλείου, την Ασσυρία, και καθόσον μας αφορά την αρχαία Ινδία.[liii] Δεν είναι παράξενο οι ιδέες αυτές να αναπτύχθηκαν παράλληλα, χωρίς άμεση ιστορική εξάρτηση.

Παρόλα αυτά, οι παρόμοιες θρησκευτικο-φιλοσοφικές αντιλήψεις δείχνουν την εγκυρότητα της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας. Οι ιστορικές επιδράσεις μπορούν να εξηγηθούν λόγω κοινών θρησκευτικο-φιλοσοφικών αντιλήψεων; Χωρίς να γίνεται λήψη του ζητουμένου, μπορεί να υποστηριχτεί η θέση ότι η ινδοευρωπαϊκή υπόθεση επιρρωνύει την ύπαρξη ιστορικών επιδράσεων. Ο λόγος για αυτό είναι ότι οι δομικές και νοηματικές ομοιότητες της πλωτινικής φιλοσοφικής παράδοσης με την ινδική σκέψη, όσον αφορά την πρώτη είναι υστερόχρονες, και άρα είναι περισσότερο εύλογο η πηγή από την οποία προήλθαν να έχει σχέση με τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς και τις πεποιθήσεις τους. Βέβαια, η πλωτινική παράδοση σκέψης ομοιάζει με την ινδική, καθώς γενικά και οι δύο αφορούν τη θρησκευτική και φιλοσοφική αναζήτηση νοήματος στον κόσμο.[liv]

Επίλογος

Η σύνδεση ανάμεσα στην ινδική και την αρχαία ελληνική σκέψη μπορεί να θεωρηθεί υπό την οπτική του Νεοπλατωνισμού ως αναζήτηση της ενότητας και των απαρχών. Υπό χριστιανική οπτική συμβολίζει τη νοσταλγία του χαμένου παραδείσου, ή μίας προ Βαβελικής περιόδου. Ακόμη, η φιλοσοφική πρόταση του Πλωτίνου για τη θεϊκή Πρόνοια σε αντιστοιχία με την ιδέα του Ντάρμα, μπορούν να συμβάλλουν στη διαμόρφωση μίας σύγχρονης αντίληψης για την υποστήριξη και διατήρηση του κόσμου.[lv] Αν δούμε τον κόσμο ως έναν οίκο, όπως η σύγχρονη οικολογία, τότε ο οίκος αυτός μπορεί να στηριχτεί στη δομή της Πρόνοιας και του Ντάρμα. Τελικά, οι ιδέες αυτές προσφέρουν στην πεπερασμένη ύπαρξη του ανθρώπου μία διάνοιξη προς την ελευθερία, καθώς δίνουν τη δυνατότητα βυθίσματος στη θεία απειρία.

Του Κατελή Βίγκλα, Ιστορικός - Θεολόγος (MSc, PhD)