Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

Η Θρησκευτική Επανάσταση του Aκχενατόν

 

Ο πολιτισμός της Αρχαίας Αιγύπτου είναι ένας κατεξοχήν θεοκρατικός πολιτισμός. Αινιγματικός και πολυσήμαντος όπως η Σφίγγα, ένα από τα γνωστότερα σύμβολά του. Αιώνες πριν την ανακάλυψη της γραφής, η βαθιά θρησκευτικότητα του αρχαίου λαού της υπαγόρευσε τη γραμμή εξέλιξης που ταίριαζε στην ιδιότυπη ψυχοσύνθεσή του και καθόρισε τον πολιτισμό του. Σύμφωνα με τον Ιάμβλιχο, «Τα πάντα είναι μέσα στα πάντα, αλλά σε καθένα σύμφωνα με τη φύση του». Όλες οι δυνατότητες ανοίγονται δυνητικά σε όλες τις συνειδησιακές υπάρξεις του δημιουργημένου κόσμου, κάθε μία όμως τις βιώνει και τις εκφράζει σύμφωνα με την ιδιαίτερη φύση της.

Αυτό ισχύει τόσο για εξατομικευμένες οντότητες όπως ο άνθρωπος, όσο και για συλλογικές συνειδήσεις όπως αυτή ενός λαού ή ενός ζωικού είδους. Οι σημιτικοί λαοί έχουν ανεπτυγμένη θρησκευτική συνείδηση. Σε αντιστάθμισμα, αγαπούν ιδιαίτερα τις υλικές απολαύσεις. Τα δύο αυτά γνωρίσματα χαρακτηρίζουν τους πολιτισμούς τους.
Στην αρχαία Αίγυπτο η σχέση κράτους-θρησκείας ήταν στενά συνυφασμένη. Εκτός από τις μικρές τοπικές θεότητες, που ο απλός λαός επικαλούταν άμεσα την προστασία και την εύνοιά τους, υπήρχαν οι μεγάλοι «κρατικοί» θεοί, όπως ο Ώρος, ο Φθα, ο Ρα, ο ¶μμωνας, προσιτοί μόνο μέσω του οργανωμένου ιερατείου τους. Κάποτε και αυτοί οι θεοί ήταν τοπικοί, προστάτες συγκεκριμένων πόλεων. Όταν όμως οι άρχοντες μιας πόλης συνέβαινε να ανέβουν στο θρόνο, εγκαθιδρύοντας μια νέα δυναστεία, ανέδειχναν τις εφέστιες συνήθως θεότητες του οίκου τους σε εθνικούς θεούς.
Αρχικά η λατρεία της εφέστιας θεότητας ήταν αποκλειστικό προνόμιο και υποχρέωση του άρχοντα-ιερέα. Μέσα από αυτή τη σχέση, που έπρεπε να επιβεβαιώνεται και να ανανεώνεται καθημερινά, εξασφαλιζόταν η εγκόσμια τάξη και η ευημερία του λαού. Με τον καιρό όμως έγινε πρακτικά αδύνατο οι τελετουργίες να τελούνται από έναν μόνο άνθρωπο, ο οποίος έπρεπε ταυτόχρονα να αφιερώνει χρόνο σε θέματα διοίκησης και συχνά να λείπει σε πολύμηνες εκστρατείες. Έπρεπε κάποιος άλλος να φροντίζει για τη διατήρηση της ζωτικής αυτής σχέσης. Έτσι γεννήθηκαν τα τοπικά ιερατεία, όπως της Ηλιόπολης, της Μέμφιδας, των Θηβών και της Ερμούπολης. Με τη συνένωση των τοπικών περιφερειών και αργότερα την ενοποίηση της Aνω και της Κάτω Αιγύπτου σε ένα μεγάλο βασίλειο, τα ιερατεία, δυναμωμένα από την εύνοια και το χρυσό των Φαραώ, μεταβάλλονται σταδιακά από θρησκευτικά κέντρα σε ισχυρές πολιτικές δυνάμεις. Κατά κανόνα ιερατείο και Φαραώ αλληλοστηρίζονται και αλληλοσυμπληρώνονται. Μεταξύ τους, όμως, τα ιερατεία αντιμάχονται το ένα το άλλο για τον έλεγχο της εξουσίας.

Την εποχή της ΧVIII Δυναστείας (περίπου 1550-1295 π.Χ.) τα πρωτεία έχει το ιερατείο του Aμμωνα. Ηλιακός θεός της περιοχής των Θηβών και εφέστια θεότητα των ιδρυτών της XVIII Δυναστείας, ο Aμμωνας ήταν από αιώνες ο κύριος φαραωνικός και εθνικός θεός. Ο πλούτος και η δύναμη του ιερατείου του τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο αντικατοπτρίζεται στους επιβλητικούς ναούς του θεού στο Λούξορ και το Καρνάκ.
Η XVIII Δυναστεία είναι η λαμπρότερη στην ιστορία της Αιγύπτου. Ανέδειξε μια σειρά από ισχυρούς Φαραώ, όπως ο Αμένοφις Ι, η Χατσεπσούτ και ο Τούθμωσις ΙΙΙ, που έδιωξαν τους ξενόφερτους Υξώς, επέκτειναν τη σφαίρα πολιτικής και στρατιωτικής επιρροής της χώρας μέχρι τη Νουβία (σημερινό Σουδάν) και την Παλαιστίνη και αποκατέστησαν τη σταθερότητα στο εσωτερικό της. Οι τέχνες και τα γράμματα γνώρισαν μεγάλη άνθηση, ιδίως στα χρόνια του Αμένοφι III (περίπου 1391-1353 π.Χ.). Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του, όμως, η αυξανόμενη δύναμη του ιερατείου του ¶μμωνα άρχισε να ενοχλεί φανερά το βασιλικό οίκο και στις σχέσεις τους εμφανίζονται οι πρώτες εντάσεις. Παράλληλα αυξάνεται η δημοτικότητα του θεού Aτόν, οργανωμένο ιερατείο του οποίου υπήρχε αυτή την εποχή στην Ηλιόπολη, παραδοσιακό κέντρο λατρείας του Ρα. Για αιώνες η εμβέλεια της λατρείας του Aτόν ήταν αρκετά περιορισμένη. Σταδιακά όμως, το όνομά του εμφανίζεται όλο και συχνότερα στις επιγραφές, μαρτυρώντας πως η επανάσταση του Aκχενατόν δεν ήταν ζήτημα προσωπικών πεποιθήσεων αλλά έκφραση της γενικότερης τάσης για μια πιο πνευματική προσέγγιση του Θείου, που άρχισε να εκδηλώνεται περίπου από την εποχή του παππού του.
Ο Αμένοφις IV (περίπου 1353-1335 π.Χ.), περισσότερο γνωστός με το όνομα Aκχενατόν, ήταν ο δεύτερος γιος του Αμένοφι III. Παραδόξως, την περίοδο της βασιλείας του πατέρα του δεν αναπαριστάνεται στις απεικονίσεις μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της βασιλικής οικογένειας. Το ασυνήθιστο αυτό γεγονός μπορεί να οφείλεται στην ασθενική φύση και το παράξενο παρουσιαστικό του και οδήγησε ορισμένους ιστορικούς στο συμπέρασμα ότι ήταν παραγκωνισμένος από τη φαραωνική οικογένεια. Είτε γιατί ήταν παραγκωνισμένος, είτε –το πιθανότερο– για λόγους σκοπιμότητας, η ανατροφή του ανατέθηκε στο ιερατείο του Ρα στην Ηλιόπολη και όχι στο ιερατείο του ¶μμωνα, παραδοσιακού προστάτη του βασιλικού οίκου. Με τον πρόωρο θάνατο του μεγαλύτερου αδερφού του και χάρη στην εύνοια της μητέρας του βασίλισσας Τίυε, ο Αμένοφις IV ορίστηκε διάδοχος.
Αμέσως μόλις ο νεαρός Φαραώ ανέβηκε στο θρόνο, έβαλε μπροστά ένα μεγαλόπνοο και προσεκτικά οργανωμένο, όπως αποκαλύπτεται, μεταρρυθμιστικό σχέδιο. Αρχικά η επανάστασή του ήταν ειρηνική. Εισηγήθηκε τη λατρεία του Aτόν ως ύψιστου θεού-δημιουργού δίχως να απορρίπτει την ύπαρξη των άλλων θεών, οι οποίοι όμως αυτόματα υποβιβάστηκαν έτσι σε κατώτεροί του. Ο αρχαϊκός Aτόν εξυψώθηκε σε θεό του φωτός, στοργικό πατέρα του δημιουργημένου κόσμου και ταυτίστηκε με τον γερακοκέφαλο Ρα-Αράκχτυ.
Φαίνεται όμως πως η μετριοπαθής αυτή ενοθεϊστική στάση δεν απέδωσε τα αναμενόμενα. Αγανακτισμένος από τις αντιδράσεις που ξεσήκωνε στις Θήβες το παλιό ιερατείο του Aμμωνα, ο Φαραώ αποφάσισε να ακολουθήσει ριζοσπαστικότερες λύσεις. Τον έκτο χρόνο από την άνοδο του στο θρόνο μετέφερε την πρωτεύουσα από τις Θήβες στην καινούργια πόλη που έχτισε στην περιοχή της σημερινής ελ-Αμάρνα, στα μισά της απόστασης ανάμεσα στη Μέμφιδα και τις Θήβες. Η πόλη ονομάστηκε ΑκχετAτόν («Ορίζοντας του Aτόν») και ήταν αποκλειστικά αφιερωμένη στον Aτόν. Το λαμπρότερο στολίδι της ήταν, φυσικά, ο ναός του θεού και το σχέδιό του ήταν εντυπωσιακά πρωτοποριακό. Ο θεός δε λατρευόταν, σύμφωνα με την παράδοση, στο μισοσκόταδου του άδυτου, όπου είχαν πρόσβαση μόνο οι ιερείς, αλλά κάτω από το φως του ήλιου, σε τεράστιους υπαίθριους χώρους, ανοιχτούς σε όλους τους πιστούς. Η φρεσκάδα της τέχνης που αναπτύχθηκε στην καινούργια πόλη, όπως αποτυπώνεται μέσα από τη φυσιολατρική έκφραση και την ελεύθερη επιλογή των θεμάτων, φανερώνει το ανανεωτικό αίσθημα ελευθερίας που ενέπνευσε η καινούργια λατρεία, σπάζοντας τους ασφυκτικούς περιορισμούς του παρελθόντος. Η αγάπη της ομορφιάς, η αγάπη της φύσης και ο ρεαλισμός αντικατέστησαν την αυστηρότητα της φόρμας που επέβαλλε η παράδοση. Ο Aκχενατόν και η οικογένειά του είναι ο πρώτος –και για πολλούς αιώνες ο μόνος– βασιλικός οίκος στην ιστορία της Αιγύπτου που απεικονίζονται όπως πραγματικά είναι και όχι εξιδανικευμένοι όπως επέβαλλαν τα παραδοσιακά πρότυπα.
Περίπου την εποχή που ο Φαραώ μετέφερε την πρωτεύουσά του, έκανε ένα ακόμη βήμα που σηματοδοτούσε την αποφασιστικότητά του να αντιταχθεί στην παράδοση. ‘Aλλαξε το όνομά του από Αμένοφις (αιγυπτιακά Αμενχοτέπ, «Ο ‘Aμμων είναι ικανοποιημένος») σε Aκχενατόν, δηλαδή, «Εκείνος που προσφέρει υπηρεσία στον Aτόν» ή, σύμφωνα με μια εναλλακτική ανάγνωση, «Φωτισμένη εκδήλωση του Aτόν». Το ίδιο έκανε κι η βασίλισσά του, η Νεφερτίτη.
Η γερακοκέφαλη μορφή του Ρα-Αράκχτυ αντικαταστάθηκε τώρα από το σύμβολο ενός ηλιακού δίσκου («Aτόν» σημαίνει στην κυριολεξία «φωτεινός δίσκος»), που οι καθοδικές ακτίνες του κατέληγαν σε ανθρώπινα χέρια, μερικά από τα οποία κρατούσαν το ιερό ανκχ, σύμβολο της ζωής. Στην ουσία ο Aτόν δεν αντιπροσώπευε τον ήλιο ως υλικό ουράνιο σώμα αλλά τη Μονάδα, τη Μία ζωοδόχο πηγή που συντηρεί τη δημιουργία με το φως της. Είναι φανερό ότι μια τέτοια εξυψωμένη αντίληψη για το Θείο Ον δεν αφήνει περιθώρια για συμπληρωματικούς ηλιακούς θεούς, θηλυκές συντρόφους ή κακόβουλες θεότητες που απειλούν διαρκώς την ύπαρξή του, όπως δίδασκε η παραδοσιακή θρησκεία. Ταυτόχρονα οδηγεί αναπόφευκτα σε μια θεώρηση του κόσμου ευρύτερη από την κατά κανόνα ακραία εθνικιστική αντίληψη που χαρακτηρίζει τον πολιτισμό της αρχαίας Αιγύπτου. Οι αντιλήψεις αυτές για τον Δημιουργό και τον κόσμο δεν είναι, ούτε θα μπορούσε ποτέ να είναι, αποκλειστικό γέννημα της σκέψης ενός μεμονωμένου ατόμου αλλά προϋποθέτουν την ύπαρξη μιας βαθιά πνευματικής φιλοσοφίας.
Η μορφή της λατρείας του Aτόν, όπως αποκαλύφτηκε στο λαμπρό ναό της νέας πρωτεύουσας, δεν απαιτούσε πλέον τη μεσολάβηση των ιερέων όπως η λατρεία των άλλων μεγάλων θεών κι αυτή ήταν η πιο επαναστατική από όλες τις μεταρρυθμίσεις. Ίσως αυτό ήταν που ξεσήκωσε τις μεγαλύτερες αντιδράσεις κι όχι αποκλειστικά από το ιερατείο του ¶μμωνα αυτή τη φορά. Το κύμα των αντιδράσεων κορυφώθηκε σε σημείο που ο Aκχενατόν έχασε την ψυχραιμία του. Λίγο μετά τον ένατο χρόνο της βασιλείας του έκλεισε τους ναούς των άλλων θεών, εξαπέλυσε σκληρές διώξεις κατά των ιερέων του ¶μμωνα και διέταξε τη διαγραφή του ονόματός του, καθώς και της λέξης «θεοί» από όλα τα μνημεία της χώρας.
Όμως ο Aκχενατόν δεν έζησε αρκετά ώστε η θρησκευτική επανάσταση να προλάβει να ριζώσει. Πέθανε τον δέκατο έβδομο χρόνο της βασιλείας του, αποκαρδιωμένος από το θάνατο της μητέρας του, της γυναίκας και πολύτιμης συμμάχου του Νεφερτίτης και μιας από τις έξη κόρες του. Οι νεαροί διάδοχοί του Ζεμένεκχαρα και Τουταγχατόν –που σύντομα άλλαξε το όνομά του σε Τουταγχαμών– δεν είχαν το σθένος να αντισταθούν στις πιέσεις του αποδυναμωμένου αλλά ισχυρού ακόμη ιερατείου του ¶μμωνα. Λίγο μετά το θάνατό του, ο Aκχενατόν χαρακτηρίστηκε «καταραμένος», η πρωτεύουσά του εγκαταλείφθηκε, τα κτίσματά του καταστράφηκαν και το όνομά του διαγράφτηκε από τα επίσημα αρχεία του κράτους. Η λατρεία του Aτόν συνεχίστηκε μερικά χρόνια ακόμη. Όμως χωρίς την υποστήριξη ενός ισχυρού ιερατείου, σύντομα ξεχάστηκε. Όπως συμβαίνει με κάθε θρησκευτική επανάσταση που ξεφεύγει από τα νύχια κάποιου συντηρητικού ιερατείου, η προσπάθεια για μια ευρύτερη και πνευματικότερη θεώρηση του κόσμου είναι εξ ορισμού προορισμένη να δεχθεί αντιδράσεις, γιατί το όραμά της αντανακλάται στο μέλλον, είναι αφεαυτής τμήμα της ίδιας της εξέλιξης. Ωστόσο, τούτη η πρώιμη ρίζα του ενοθεϊσμού πολύ αργότερα θα βρει το δρόμο της ως ιδεολογία της ανθρώπινης φυλής στην ιστορία της εξέλιξης των θρησκειών.

Ν. Β.

http://www.e-zine.gr/