Τετάρτη, 16 Ιουλίου 2014

Ιπποτισμός και Ιπποσύνη…Το Τάγμα του Αγίου Ιωάννη των Ιεροσολύμων

 

1. Πρόλογος - Ιπποτισμός και Ιπποσύνη

(Η πολιορκία της Άκκρας - Grandes Chroniques de France)

'Βλέποντας το ελαφρύ ιππικό των Σκωτσέζων να ορμά καταπάνω τους, οι δύο Ιππότες που είχαν αναλάβει προσωπικά την προστασία του βασιλιά Εδουάρδου του Β', έσπευσαν να τον απομακρύνουν και δημιουργώντας δυο ζωντανές ασπίδες, στη δεξιά και την αριστερή πλευρά του, να τον οδηγήσουν στο Κάστρο του Στέρλινγκ.

Εγκαταλείποντας το πεδίο της μάχης, όπου ο Robert de Brus συνέτριψε με την ατσάλινη γροθιά του τον Ανθό της Αγγλικής Ιπποσύνης, σύντομα βρέθηκαν εκτός κινδύνου με καλπασμούς δαιμονισμένους. Κι ενώ στην ερημιά κατάφεραν για μιά στιγμή να πάρουν μια γλυκιά ανάσα, δεν άργησε ν' ακολουθήσει το πικρό συναίσθημα της τραγωδίας και του ηρωϊκού θανάτου. Οι αποχαιρετιστήριοι ασπασμοί του Giles d' Argentan - ενός διακεκριμένου Ιωαννίτη Ιππότη που είχε φθάσει πρόσφατα σε Αγγλικά εδάφη - δεν ήταν παρά το requiem της σχέσης του με τον βασιλιά της Αγγλίας.

'Δεν συνηθίζω να εγκαταλείπω τα πεδία της μάχης', είπε χαμογελώντας στον 'επί της Γης' άρχοντά του, και καλπάζοντας με ορμή ενάντια στο πλησιέστερο schiltron, συνέθλιψε το κορμί του επάνω σ' ένα τοίχος από σκωτικές λόγχες'.

Προσπαθώντας να (περι)ορίσουμε με μια περιγραφή τους Ιππότες του Μεσαίωνα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι:

Α) Κατά το πνεύμα, ήτανε πιστοί ακόλουθοι της Χριστιανικής διδασκαλίας

Β) Κατά την ψυχή, ήταν εκφραστές μιας πληθώρας από κώδικες τιμής που στο σύνολό τους ονομάζονται 'Code of Chivalry'

Γ) Κατά το σώμα, αποτελούσαν τις ισχυρότερες μονάδες του βαρέως ιππικού...την ελίτ των πεδίων της μάχης

Το να θεωρεί κάποιος ότι όλοι οι Ιππότες ήτανε καλοί χριστιανοί, ευγενικοί κύριοι και ηρωϊκοί πολεμιστές, είναι τόσο παράλογο όσο το να τους θεωρεί φανατικούς θρησκόληπτους, ανήθικους εκμεταλλευτές και εγκληματίες πολέμου.

Είτε το θέλουμε, είτε όχι, ο κάθε ένας Ιππότης ξεχωριστά είχε τη δική του ιστορία και μέσα στο πλήθος των ιστοριών αυτών είναι αναπόφευκτο να συναντήσουμε τον Άγιο και τον Αγιογδύτη, τον Πολεμιστή και τον Λεηλάτη, τον Αδελφό και τον Ανάδελφο.

Η λέξη Ιπποτισμός, υποδηλώνει τον φανατισμό των απόψεων όταν προσπαθούμε να κρίνουμε υποκειμενικά το σύνολο βάσει του ατόμου, όπως και συμβαίνει με τους περισσότερους οπαδούς των διάφορων -ισμών.

Η λέξη Ιπποσύνη, υποδηλώνει μια Ιδέα, της οποίας η μελέτη ίσως και να ενδιαφέρει τους 'λάτρεις' του Εσωτερισμού, της Θρησκειολογίας, της Ιστορίας, της Μυθολογίας, της Αρχαιολογίας, της Συμβολολογίας, της Οικοσημολογίας, της Στρατιωτικής Ιστορίας, της Οπλομαχίας...και σε τέτοιου είδους ανθρώπων αναφέρεται το εν λόγω άρθρο.

Πώς θα μπορούσαμε, όμως, να είμαστε βέβαιοι για την ορθότητα των συμπερασμάτων που θα εξάγουμε, όταν όλες αυτές οι ιστορίες που έχουν φθάσει στα χέρια μας εξαρτώνται από την υποκειμενική κρίση του συγγραφέως;

Αυτό που πρότεινα πάντοτε είναι να μάθουμε να διακρίνουμε τον μύθο από την ιστορία και την ενημέρωση από την προπαγάνδα, ξεκινόντας από την μελέτη των ιστορικών πηγών και καταλήγοντας στις σύγχρονες υποθέσεις.

Από τη δική μου πλευρά, πρόκειται να σας παραθέσω τη σύνθεση ενός μέρους των πληροφοριών που έχουν φθάσει στα χέρια μου από βιβλία, ιστορικά χειρόγραφα και σελίδες του διαδυκτίου. Το τί θα κρίνετε εσείς ως σωστό ή λάθος, ελλειπές ή πλήρες, ενδιαφέρον ή αδιάφορο είναι στο χέρι σας και θα ήτανε χαρά μου να αναλύσουμε τις απόψεις μας εντός του forum.

Φυσικά θα ήταν αδύνατον να εκφράσω γνώμη για την Ιπποσύνη στο σύνολό της, άρα θα τολμήσω να εστιάσω την μελέτη μου αυτή στην Ιστορία του Τάγματος των Ιωαννιτών κατά την διαμονή του στους Αγίους Τόπους, ξεκινόντας μάλιστα από τους μύθους που περιβάλλουν την ιστορία του περίφημου Ξενώνα του.

Η Μυθική Καταγωγή των Ιωαννιτών

[Χάρτης με τις 'Πολιτείες των Σταυροφόρων' από τον 11ο έως και τον 13ο αιώνα, όπου σημειώνονται και τα σημαντικότερα κάστρα των Ναϊτών και των Ιωαννιτών]

Είναι γεγονός ότι η πρώτη περίοδος του βίου των Ιωαννιτών κρύβεται πίσω από το μυστηριώδες πέπλο μιας 'θεόπνευστης' μυθοπλασίας. Οι πληροφορίες που έχουν φθάσει στα χέρια μας είναι εμποτισμένες με μύθους που ξεπήδησαν από τα μυαλά διάφορων μοναχών του Μεσαίωνα και συμπληρώθηκαν, τόσο από σύγχρονους, όσο και από παλαιότερους ιστορικούς και μελετητές.

Χωρίς να μπορώ να σας βεβαιώσω με ακρίβεια για το ποσοστό της αλήθειας που εμπεριέχεται στον κάθε έναν από αυτούς, ωφείλω να αναφερθώ στους 4 πιό σημαντικούς και ευρέως διαδεδομένους. Ο πρώτος, που είναι γνωστός ως 'The Miracula', έχει κάπως έτσι:

Κάποτε, ο αρχιερέας των Ιουδαίων, Μελχιώρ, τόλμησε να ατιμάσει τον άγιο τάφο του Δαυίδ και έτσι, ο βασιλιάς Αντίοχος των Σελευκιδών έπρεπε να αποφασίσει για την τιμωρία του. Πολύ σύντομα, όμως, λόγω της 'θείας φώτισης' ο Αντίοχος άλλαξε γνώμη και αντί για την επιβολή της θανατικής ποινής, διέταξε τον Μελχιώρ να φροντίσει για την οικοδόμηση ενός ξενώνα, για τους προσκυνητές του Ναού του Σολομώντα.

Με αυτόν τον τρόπο, θα ξεπληρώνονταν τα κλοπιμαία από το θησαυρό του βασιλιά Δαυίδ με έργα και δίχως να χυθεί ούτε σταγόνα αίμα. Δεν ήταν, όμως, εις γνώσιν κανενός από τους δύο ότι το μέρος όπου θα χτιζόταν ο Ξενώνας επρόκειτο να καθαγιαστεί, μιας κι ήτανε γραφτό να αποτελέσει το σημείο της σταύρωσης του Ιησού.

Σύμφωνα με τον μύθο αυτό, ο πρώτος που ανέλαβε τη λειτουργία του Ξενώνα ήταν ο Ζαχαρίας, ο πατέρας του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή. Λέγεται, ότι τον Ζαχαρία διαδέχτηκε ο Ρωμαίος Αυτοκράτωρας Ιουλιανός, κατά την εποχή του οποίου επισκεύτηκε τον Ξενώνα και ο ίδιος ο Ιησούς. Ακόμη και ο αρχιδιάκονος και πρωτομάρτυς Άγιος Στέφανος, οικάζεται ότι ήταν ένας από τους πρεσβύτερους του Τάγματος των Ιωαννιτών.

Οι ρίζες αυτού του μύθου βρίσκονται κάπου στα μέσα του 12ου αιώνα και φαίνεται πως υποστηριζόταν με πάθος από τους ανθρώπους της Ρώμης και της Αγίας Έδρας. Επίσης, ο ίδιος ο Hughes Revel υποστήριζε ότι ο Άγιος Στέφανος ήταν ένας από τους πρώτους Μεγάλους Μάγιστρους του Τάγματος.

Από μιαν άλλη άποψη, ως ιδρυτής του Ξενώνα θεωρείται ο Ιωάννης ο Υρκανός της οικογένειας των Μακκαβαίων, ο οποίος είχε ως ιερή αποστολή να υποδέχεται τους προσκυνητές που κατεύθαναν στο Ναό του Σολομώντα.

Σύμφωνα με αυτόν τον δεύτερο μύθο, η κατασκευή του Ξενώνα τοποθετείται περίπου 150 χρόνια πριν από τη γέννηση του Ιησού από μία προσωπικότητα, η οποία εθεωρείτο πανάγαθη και άξια της θέσης που κατείχε. Εις μνήμην αυτού του Ιωάννη στήθηκε και το γνωστό 'Μνημείο του Υρκανού', το οποίο κατά το 30 π.Χ. βρισκόταν στο σημείο όπου αργότερα χτίστηκε ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή και υποτίθεται πως αποτελεί μέρος του.

Σε μία άλλη εκδοχή αυτού του μύθου, παρουσιάζεται ως ιδρυτής ο ίδιος ο Ιούδας ο Μακκαβαίος, όπως επίσης αναφέρεται ότι σε αυτόν ακριβώς τον ίδιο Ξενώνα ο Απόστολος Πέτρος παρέλαβε τα κλειδιά του Παραδείσου από τον Ιησού και έλαβε χώρα η πρώτη Σύνοδος της Εκκλησίας. Υποτίθεται ότι ήταν ο Άγιος Στέφανος που έχρισε ως πατρώνα του τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, αλλά οι μύθοι δεν τελειώνουν με αυτόν.

Σύμφωνα με τον τελευταίο που πρόκειται να σας παρουσιάσω, θεωρούνται ως ιδρυτές του Ξενώνα ο Καίσαρας Κωνσταντίνος ο Μέγας και η μητέρα του, Ελένη. Η ιστορία έχει ως εξής:

70 χρόνια μετά τη γέννηση του Ιησού, η Ιερά πόλις της Σαλήμ καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς από τους Ρωμαίους και στη θέση της χτίστηκε μια νέα πόλη, η Aelia Capitolina. Μετά το τέλος της Συνόδου της Νίκαιας, ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος αποφάσισε να αλλάξει για άλλη μια φορά τη μορφή της Ιερής Πόλης και καθοδηγούμενος από το πάθος του για την ιστορία του Ιησού, μεταμόρφωσε κυριολεκτικά αυτήν, την μέχρι τότε ρωμαϊκή τοποθεσία, σε ένα μεγαλειώδες χριστιανικό μνημείο.

Μετά από την συνεχή παρότρυνση της μητέρας του, ξεκίνησε μια τεράστια αρχαιολογική έρευνα για να ανακαλύψει τα σημάδια που είχαν αφήσει τα πάθη του Ιησού. Με γνώμονα, λοιπόν, τον 'χριστιανικό μύθο' και μετά από τις υποδείξεις ντόπιων Ιουδαίων, κατάφερε να ανακαλύψει κάποιες τοποθεσίες στις οποίες και οικοδόμησε 3 μεγάλους ναούς.

Στο σημείο όπου γεννήθηκε ο Ιησούς έχτισε το Ναό της Γεννήσεως, στη Βηθλεέμ. Στον τόπο όπου σταυρώθηκε και αναστήθηκε κατασκεύασε το Ναό του Παναγίου Τάφου, στα Ιεροσόλημα. Τέλος, στο μέρος όπου ανυψώθηκε στο πλευρό του Πατέρα του έχτισε το Ναό της Αναλήψεως, στο Όρος των Ελαιών.

Λέγεται, μάλιστα, ότι για να ενισχύσει τον πληθυσμό της Παλαιστίνης με ρωμαίους χριστιανούς, οι οποίοι είχαν ήδη αρχίσει να συρρέουν στην Ιερουσαλήμ, έχτισε σε διάφορα σημεία ξενώνες, προσφέροντας άσυλο στους προσκυνητές. Δημιουργώντας έτσι, τις καλύτερες προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση μιας νεας επίσημης θρησκείας της Πολιτείας των Ρωμαίων, σήμανε μια νέα εποχή για ολόκληρο τον Δυτικο Κόσμο.

Υπάρχουν, ειλικρινά, αμέτρητοι μύθοι και δοξασίες που άλλοτε παρουσιάζουν έναν Ξενώνα κτισμένο από το γένος των Μακκαβαίων και άλλοτε από κάποιον Ρωμαίο Καίσαρα, όπως τον Ιουστινιανό. Ήλθε, όμως, η στιγμή να δούμε τα γεγονότα μέσα στα πλαίσια των ιστορικών πηγών και των αρχαιολογικών ευρημάτων, αν και όπως θα παρατηρήσετε, είναι εξίσου 'μυθικά' και αμφιβόλου ποιότητος.

Η Ιστορία Του Ναού Του Αγίου Ιωάννη Των Ιεροσολύμων

[Μία φωτογραφία από το Ναό του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, ο οποίος σήμερα ανήκει στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία]

Εκεί όπου συγκλίνουν οι απόψεις σχεδόν όλων των ιστορικών, είναι στο ότι η ιστορία του Ξενώνα ξεκινάει από την εποχή του Πάπα Γρηγορίου του Μέγα, του επονομαζόμανου και ως Διαλόγου. Ο Γρηγόριος διατέλεσε πραιφέκτος στη Ρώμη και αργότερα, αφού χρίστηκε βενεδικτίνος μοναχός, στάλθηκε ως αποκρισάριος στην Κωνσταντινούπολη.

Μετά το θάνατο του Πάπα Πελαγίου του Β' και παρά τις οποιεσδήποτε αντιρρήσεις του, κυριολεκτικά σύρθηκε στον παπικό θρόνο, κατά το έτος 590. Ως Πάπας, αναδείχθηκε σε όλους τους τομείς της ποιμαντικής δραστηριότητας. Υπέγραψε ανακωχή με τους Λομβαρδούς, ανέλαβε τον εκχριστιανισμό των Αγγλοσαξόνων και έλαβε τον τιτλο 'Servus Servorum Dei' (Δούλος των Δούλων του Θεού).

Μεταξύ των άλλων, κατά το τέλος του 6ου μ.Χ. αιώνα, έστειλε έναν ηγούμενο που ονομαζόταν Probus στα Ιεροσόλυμα, με σκοπό να αναγείρει έναν ξενώνα για τους προσκυνητές. Η οικοδόμηση του Ξενώνα αυτού, τελείωσε κατά το έτος 603 και πιθανολογείται ότι καταστράφηκε το 614, μετά από επιδρομή των Περσών.

Αργότερα, κατά το τέλος του 8ου μ.Χ. αιώνα, ο Κάρολος ο Μέγας (Carolus Magnus), ή αλλιώς Καρλομάγνος (Charlemagne), κατάφερε να ανακατασκευάσει το οικοδόμημα του Γρηγορίου. Σε αυτό βοήθησαν οι πολύ καλές σχέσεις που είχε συνάψει με τον 5ο χαλίφη των Αράβων, Χαρούν Αλ Ρασίντ, από τον οποίο το 791 είχε δεχθεί και μια ειδική πρεσβεία με πολύτιμα δώρα. Ήταν εκείνη η εποχή, κατά την οποία λέγεται ότι ο Ξενώνας άρχισε να βρίσκεται υπό την εποπτεία των βενεδικτίνων μοναχών της Αγίας Μαρίας των Λατίνων (Sancte Marie Latine).

Η μονή αυτή, που πήρε την επωνυμία 'Των Λατίνων' για να επισημάνει τη διαφορά της από το αντίστοιχο βυζαντινό μοναστήρι της Αγίας Μαρίας στα Ιεροσόλυμα, βρισκόταν νοτιοδυτικά του Ναού του Παναγίου Τάφου. Κάπου ανάμεσα στα έτη 1009 και 1010, τόσο ο Ναός, όσο η Μονή και ο Ξενώνας, βρήκαν την καταστροφή στο πρόσωπο του φανατικού χαλίφη Ελ Χακέμ Μπι Αμρ Αλλάχ, όπως και πολλά άλλα χριστιανικά κτίσματα.

Λέγεται ότι ήταν έμποροι από το Αμάλφι της Ιταλίας αυτοί οι οποίοι, υπό την αρχηγία του Constantino di Pantaleone di Mauro, ανοικοδόμησαν τη μονή της Αγίας Μαρίας των Λατίνων, κάπου μεταξύ του 1014 και του 1023. Σε αυτούς αποδίδεται και η ανοικοδόμηση του Ξενώνα του Αγίου Ιωάννη των Ιεροσολύμων, το 1048, μετά από διαπραγματεύσεις με τον χαλίφη της Αιγύπτου Μουστεσάφ.

Ανατρέχοντας στις ίδιες τις πηγές, μπορούμε να βρούμε μία πληθώρα πληροφοριών για την τότε κατάσταση στην Ιερουσαλήμ, μέσα στα έργα του Γουλιέλμου της Τύρου (Wilhelm of Tyrus/William of Tyre) και ειδικότερα στην Ιστορία των Σταυροφοριών που έχει φθάσει στα χέρια μας ως 'Historia rerum in partibus transmarinis gestarum', ή αλλιώς 'Historia Hierosolymitana'. Το έργο αυτό, που είχε ζητηθεί στον αρχιεπίσκοπο της Τύρου από τον βασιλιά της Ιερουσαλήμ, Αμαλάριχο, αποτελείται από 23 βιβλία και αναφέρεται σε γεγονότα που σημάδεψαν την Ιερά Πόλη απο το 1093 ως το 1184.

Σε ένα από αυτά, ο Γουλιέλμος μας αφηγείται τα εξής: 'Πριν από τον ερχομό των Σταυροφόρων, το μέρος όπου ο Ιησούς υπέφερε στον Γολγοθά, το μέρος όπου, κατά την κοινή γνωμη ανακαλύφθηκε ο (Τίμιος) Σταυρός και ο τόπος στον οποίο ενταφιάστηκε το σώμα του Ιησού - αυτές οι τοποθεσίες δεν ήταν παρά μικρά παρεκκλήσια έξω από το Ναό (του Παναγίου Τάφου). Παρόλ' αυτά, μετά την άλωση της Πόλης, οι Σταυροφόροι βρήκαν το Ναό πολύ μικρό και πρόσθεσαν σε αυτόν ένα ψηλό, επιβλητικό κτίριο, όπου πλέον τα προαναφερθέντα κτίσματα στεγάζονταν υπό την ίδια σκέπη. Επίσης, κατασκευάστηκε και ένα καμπαναριό'.

Σίγουρα, δε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι, αλλά δεν είναι και απίθανο να υπάρχει μια κοινή ιστορική γραμμή που να συνδέει μεταξύ τους τα Ιδρύματα του Γρηγορίου, του Καρλομάγνου και των Αμαλφιτανών. Ευτυχώς, η 'αρχαιολογική σκαπάνη' κατάφερε να ανακαλύψει την ύπαρξη τριών πολύ σπουδαίων κτισμάτων, καθώς και να αποδείξει την παλαιότητά τους.

Έτσι, πλέον, είμαστε σίγουροι για το ότι όντος είχε γίνει η ανοικοδόμηση της μονής της Αγίας Μαρίας των Λατίνων, όπως και η κατασκευή 2 ξενώνων για τους προσκυνητές. Ο ένας από αυτούς, είχε ως σκοπό να υποδέχεται και να φροντίζει τις γυναίκες που κατεύθαναν στα Ιεροσόλυμα και ήταν αφιερωμένος στην Αγία Μαρία τη Μαγδαληνή. Η διοίκηση του ξενώνα αυτού λέγεται ότι ήταν υπό την ευθύνη μιας Ρωμαίας Λαίδης, ευγενικής καταγωγής, η οποία ονομαζόταν Αγνή.

Ο δεύτερος ξενώνας, αφορούσε αποκλειστικά την περίθαλψη των αρρένων προσκυνητών και ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα. Για λόγους οι οποίοι θα εξεταστούν αναλυτικά αργότερα, ο Ξενώνας αυτός - λίγα χρόνια μετά - άλλαξε πατρώνα και αφιερώθηκε στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή αντί του συνονόματού του Κύπριου Αγίου. Μετά από την αλλαγή του πατρώνα ξεκινάει και η ιστορία του έργου του Τάγματος των Ιωαννιτών.

Μια άλλη ομάδα ιστορικών ισχυρίζεται ότι ναι μεν ο Ξενώνας του Αγίου Ιωάννη υπήρχε και λειτουργούσε πριν το 1099, αλλά δεν είχε καμία σχέση με τα ιδρύματα των Αμαλφιτανών. Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση, θεωρούμε σήμερα ως ιδρυτή και πρώτο υπεύθυνο του Τάγματος, τον Γεράρδο τον Μακάριο (the Blessed Gerard). Η καταγωγή, ο βίος και το έργο αυτού του πολύ σημαντικού άνδρα είναι το ίδιο αμφίβολα με την καταγωγή του ιδίου του Τάγματος, αλλά αυτό δεν μας εμποδίζει να προσπαθήσουμε να εξάγουμε τα δικά μας συμπεράσματα.

[Ένα σχέδιο, το οποίο δείχνει τα σημεία όπου βρίσκονταν ο Ξενώνας, ο Ναός του Παναγίου Τάφου και οι Μονές της Αγίας Μαρίας των Λατίνων και του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή]

 

 

 

 

 

Η Ίδρυση Του Τάγματος Την Εποχή Του Μακάριου Γεράρδου

[Τοιχογραφία στην οποία απεικονίζεται ο Γεράρδος ο Μακάριος, σύμφωνα με τον μύθο που τον ήθελε να μοιράζει κομμάτια άρτου στους Σταυροφόρους, πάνω από τα τείχη της Ιερουσαλήμ - Via Condotti, Rome]

Από μία άποψη, ο Γεράρδος θεωρείται Γάλλος από την Προβηγγία (στη Νοτιοανατολική Γαλλία κοντά στη Μασσαλία) και πιο συγκεκριμένα από τη νήσο Μαρτίγκ (Martigue). Σύμφωνα με την θεωρεία αυτή, του αποδίδεται το επώνυμο Τονκ (Tonque), καθώς και από πολλές άλλες πηγές διάφορα άλλα, όπως: Tum, Tom, Tenc, Tunk, Tonc, Tanque και Tenque.

Από μία άλλη, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άποψη της αμαλφιτανικής παράδοσης του Ξενώνα, ο Γεράρδος παρουσιάζεται ως Ιταλός από το Sasso di Scalo, κοντά στο Αμάλφι. Η καταγωγή του, λοιπόν, είχε τις ρίζες της στον επιφανή οίκο των Saint-Didier ή σε αυτόν των Del Sasso; Θα μπορούσε ο Gherardo, ή Girard, ή Geraud, ή Gerald, ή Gerard να είναι Γάλλος ή Ιταλός;

Ίσως τελικά να μην έχει και τόσο μεγάλη σημασία. Όποια κι αν είναι αλήθεια, το μόνο πράγμα που γνωρίζουμε με βεβαιότητα, είναι ότι τα λείψανά του υπήρχαν κατά την εποχή της άλωσης της Άκκρας από τους Μουσουλμάνους, το 1283, μέχρι να καταστραφούν κατά τη Γαλλική Επανάσταση. Παρόλ' αυτά, λέγεται ότι διασώθηκε ένας σπόνδυλος και κάποια άλλα μέρη από το 'ιερό σώμα' του Γεράρδου, τα οποία και μεταφέρθηκαν στο Ναό της Μαρτίγκ και σήμερα βρίσκονται στο Δημαρχείο της πόλης. Αυτό το γεγονός θα μπορούσε να μας πείσει ότι όντως ο Γεράρδος καταγόταν από την Προβηγγία, αλλά γιατί να μη μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο;

Το σίγουρο είναι ότι ως μοναχός έδρασε στην Ιερουσαλήμ και είχε υπό την ευθύνη του τον Ξενώνα του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή υπηρετώντας συγχρόνως - τουλάχιστον πνευματικά - το Τάγμα των Βενεδικτίνων μοναχών. Όταν κατά το έτος 1099 τα στρατεύματα της 1ης Σταυροφορίας πολιορκούσαν τα Ιεροσόλυμα, χρησιμοποιώντας την επιρροή που είχε βοήθησε τα μάλλα ώστε να επιτευχθεί η νίκη.

Για άλλη μια φορά θα βρεθούμε μπροστά σε μία αλληγορία κατά την οποία το έργο του Γεράρδου αγγίζει τα όρια της μυθοπλασίας. Ο θρύλος, λοιπόν, λέει ότι κατα τη διάρκεια της πολιορκίας ο Γεράρδος έριχνε τρόφιμα πάνω από τα τείχη της πόλης για να βοηθήσει τους Σταυροφόρους. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο καταγγέλθηκε και αφού συνελήφθη, παρουσιάστηκε μπροστά στον Μουσουλμάνο κυβερνήτη της πόλης. Εκεί, αποδείχθηκε ότι στον σάκο του δεν κουβαλούσε τίποτε άλλο παρά πέτρες. Μετά, όμως, από διάφορες άλλες κατηγορίες των αντιπάλων του που ισχυρίζονταν ότι έκρυβε μεγάλους θησαυρούς στον Ξενώνα, αιχμαλωτίστηκε και φυλακίστηκε.

Μετά την άλωση των Ιεροσολύμων, στις 15 Ιουνίου του 1099, παραδόθηκε στις φίλιες αγκάλες των Σταυροφόρων με τα σημάδια της ανάκρισης και των βασανιστηρίων να είναι ολοφάνερα πάνω του. Το ταλαιπωρημένο κορμί από τις βαριές αλυσίδες καθώς και τα φρικιαστικά, καμμένα δάχτυλα όλων των άκρων του δεν τον εμπόδισαν να συνεχίσει το πνευματικό του έργο.

Με την υποστήριξη, πλέον, του νέου ηγεμόνα της Ιερουσαλήμ που λόγω σεβασμού έφερε απλά τον τίτλο 'Επίτροπος Του Παναγίου Τάφου', Γοδεφρείδου ντε Μπουγιόν (Godefroy de Bouillon), αναδιοργάνωσε τον Ξενώνα και άρχισε να υποδέχεται ξανά με συμπόνοια όλους τους πληγωμένους χριστιανούς που έφθαναν στα χέρια του. Κάποιοι από αυτούς, μάλιστα, παραδειγματιζόμενοι από τον βίο του, έμειναν στο πλευρό του, πλέον ως θεραπευτές και όχι ως θεραπευόμενοι.

Άλλοι, πάλι, αφού επέστρεψαν στις πατρίδες τους, άρχισαν να προσφέρουν οικονομική ενίσχυση, αν και πολλές δωρεές κατεύθαναν στον Ξενώνα από πολύ καιρό πρίν. Ο Γεράρδος δεν έπαψε ούτε στιγμή να εργάζεται με όλο του το είναι για αυτό το φιλανθρωπικό ίδρυμα μέχρι να αφήσει με γαλήνιο τρόπο την τελευταία του πνοή, στις 3 Σεπτεμβρίου του 1120.

Το γεγονός, όμως, που έδωσε πραγματική ώθηση στο έργο της μοναστικής - ως τότε - Αδελφότητας του Αγίου Ιωάννη των Ιεροσολύμων, ήταν η αναγνώρισή του ως Τάγμα υπό την σκέπη της Εκκλησίας. Την 15η ημέρα του Φλεβάρη, κατά το έτος 1113, ο Επίσκοπος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, Πασχάλης ο Β' (Pope Paschal II), σφράγισε με τη 'βούλα' του την ίδρυση του Τάγματος. Κατά το 14ο έτος της αρχιεροσύνης του, επιβεβαίωσε το σεβάσμιο τέκνο του, Γεράρδο, ότι το 'Ξενοδοχείο' των Ιεροσολύμων θα βρισκόταν πλέον υπό την φύλαξη της Αγίας Έδρας και την προστασία του Μακαρίου Πέτρου.

Η ελληνική λέξη 'Ξενοδοχείο' (Xenodocheum), που χρησιμοποίησε ο Πάπας Πασχάλης, ήθελε να υποδηλώσει ότι η κύρια ευθύνη που έφερε ο Ναός του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστη ήταν το να υποδέχεται τους ξένους - στη συγκεκριμένη περίπτωση τους προσκυνητές. Σύμφωνα με το κείμενο της 'Piae Postulatio Voluntatis' επικυρώθηκε η ανεξαρτησία της Αδελφότητας ως κοινότητα αυτόνομη, με δική της περιουσία, απαλλαγμένη από την επιβολή της 'δεκάτης' και δικαίωμα στο να μπορεί να εκλέγει τον δικό της Επιστάτη (Prepositus). Όλα αυτά τα προνόμια, ως αναγνώριση του μακροχρόνιου, ευσεβούς, περιθαλπτικού έργου (Hospitalitas) των μοναχών, προορίζονταν για την ενίσχυση των προσκυνητών και τις ανάγκες των πτωχών.

Για τους ίδιους λόγους, διατέθηκαν υπό την πλήρη εξουσία του Επιστάτη και των διαδόχων του, 'επτά σημεία κλειδιά' που αποτελούσαν τους σημαντικότερους σταθμούς κατά το οδοιπορικό των προσκυνητών, από τις πόλεις της Ιταλίας προς τα Ιεροσόλυμα. Αυτό το δίκτυο που αρχικά είχε ως σκοπό να ενισχύσει με κονδύλια, υλικά και κληρωτούς το Τάγμα της Ιερουσαλήμ, αποτελείτο από τις πόλεις Μπούργκ Σεν Ζιλς (Bourg St Gilles), Άστι (Asti), Πίζα (Pisa), Βάρη (Bari), Οτράντο (Otranto), Τάρας (Tarento) και Μεσσήνη (Messina).

Έτσι, λοιπόν, μέχρι το τέλος της ζωής του Γεράρδου, το Τάγμα των Ιωαννιτών είχε γίνει ένα πανίσχυρο 'Χριστιανικό Ίδρυμα' ελεύθερο, πλέον, και ανεξάρτητο από την εποπτεία, τόσο των Βενεδικτίνων μοναχών της Αγίας Μαρίας των Λατίνων, όσο και από τον ίδιο το Ναό του Παναγίου Τάφου. Με μεγάλη υποστήριξη σε όλους τους τομείς από τον Βασιλιά, τον Πάπα και τον Λαό, οι Ιωαννίτες μπορούσαν να αφοσιωθούν στον, τουλάχιστον, αρχικό σκοπό που είχαν, την περίθαλψη των ασθενών και τη φροντίδα των πτωχών.

[Η πασίγνωστη 'Piae PostulatioVoluntatis' κατά την οποία επικυρώθηκε η ίδρυση του Τάγματος με τη σφραγίδα του Πάπα Πασχάλη του Β'- Palace Armoury Valetta, Malta]

ο Περιθαλπτικό Έργο Του Τάγματος

Ο πρωταρχικός σκοπός και ο κύριος λόγος της ιδρύσεως του Τάγματος, ήταν η μεταφορά και η περίθαλψη των προσκυνητών στον Ξενώνα της Ιερουσαλήμ. Αξίζει, λοιπόν, να αναφερθούμε και στο πώς κατεύθαναν οι προσκυνητές στους Αγίους Τόπους.

Εκείνη την εποχή - ως γνωστόν - όταν ένας Χριστιανός ελάμβανε μέρος στο μυστήριο της εξομολόγησης, η επιβολή της μετάνοιας από το ιερατείο δεν είχε μόνο τη μορφή της προσευχής και της νηστείας. Κάποιες φορές λειτουργούσε και ως 'εξάσκηση', η οποία είχε διάρκεια από μερικούς μήνες έως και χρόνια ολόκληρα. Για να μειωθεί η διάρκεια αυτής της τιμωρίας, ο Πάπας συνήθιζε να δίνει άφεση αμαρτιών σε όσους έκαναν προσκύνημα στο Ναό της Ιερουσαλήμ. Μάλιστα, σε όσους είχε αποδοθεί μία ποινή εις θάνατον, ένα προσκύνημα στο Ναό του Παναγίου Τάφου ήταν οπωσδήποτε απαραίτητο.

Και σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να λάβουμε υπ' όψιν μας ότι κατά εκείνη την ιστορική περίοδο, το να μεταβεί κάποιος από μια χώρα σε μια άλλη ήταν προνόμιο των πολύ τολμηρών ευγενών, για τους οποίους ήταν εφικτό να διαθέτουν άλογα και τον απαραίτητο εξοπλισμό, ώστε να ανταπεξέλθουν στους διάφορους κινδύνους που παραμόνευαν κατά τη διαδρομή. Φανταστείτε, λοιπόν, το πόσο επικίνδυνο ήταν ένα μεγάλο ταξείδι για αυτούς που δεν μπορούσαν να έχουν την απαραίτητη συνοδεία και τα μέσα. Είναι περιττό να αναφερθώ στο ότι όσοι από τους προσκυνητές κατεύθαναν ζωντανοί από τις χώρες της Κεντρικής Ευρώπης στην Ιερουσαλήμ, ήταν εξουθενωμένοι και άρρωστοι. Γι' αυτό το λόγο, η ίδρυση διάφορων ξενώνων κοντά σε μεγάλους ναούς ήταν αναγκαία.

Ο Γουλιέλμος της Τύρου μας επιβεβαιώνει ότι ο Ξενώνας του Αγίου Ιωάννη είχε ιδρυθεί επειδή: '...δεν υπήρχε κανείς για να προσφέρει μια στέγη στους δυστυχισμένους αυτούς ανθρώπους που κατέρρεαν, άρρωστοι, αγγίζοντας τα όρια της αντοχής τους...οι άγιοι άνθρωποι που ζούσαν στη Μονή των Λατίνων, φρόντισαν για την κατασκευή ενός ξενώνα κοντά στην περιοχή που ήταν υπό την εξουσία τους, προσφέροντας ευσπλαχνικά τροφή και άσυλο για τις ανάγκες τέτοιων ανθρώπων. Εκεί έφερναν τους ασθενείς αλλά και τους υγιείς, για να μην βρεθούν τη νύχτα στους δρόμους και πεθάνουν. Σε αυτό το μέρος διοικούσαν ότι είχε απομείνει από τα συντρίμμια που προέρχονταν από τα δύο μοναστήρια, των αρρένων και των θηλέων, για την καθημερινή τους επιβίωση'.

Το προνόμιο της ανεξαρτησίας του Ξενώνα έδωσε την ευκαιρία στο Τάγμα του Αγίου Ιωάννη να εγκαταλείψει τον Κανόνα των Βενεδικτίνων και να υιοθετήσει αυτόν του Αγίου Αυγουστίνου. Η επιρροή αυτού του δεύτερου Κανόνα είναι ολοφάνερη στο 1ο Καταστατικό του Τάγματος, το οποίο συνέθεσε κάπου ανάμεσα στο 1130 και το 1152, ο Επιστάτης που διαδέχθηκε τον Γεράρδο, ο Μακάριος Raymond Du Puy.

Στο 16ο άρθρο, από τα 19 που απαρτίζουν το Καταστατικό, ο Raymond αναφέρεται στους 'Άρχοντές μας τους ασθενείς' και διατάσσει τους Αδελφούς του '...όταν έλθει εδώ κάποιος ασθενής, ας τον υποδεχθούμε κι ας μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων, αφού πρώτα εξομολογηθεί για τις αμαρτίες του στον ιερέα και έπειτα, ας μεταβεί στο κρεβάτι του και σα να ήταν Άρχοντας, κάθε μέρα να τρώει μαζί με τους εν Χριστώ Αδελφούς, κι ας αναζωογονηθεί σπλαχνικά με τροφή ανάλογα με τις δυνατότητες του Οίκου'.

Το ότι τουλάχιστον τα πρώτα, αγνά χρόνια του βίου τους, οι εν Χριστώ Αδελφοί Ιωαννίτες ακολουθούσαν πιστά και με το παραπάνω τις εντολές του Ρεϋμόνδου, επιβεβαιώνεται σε μια από τις περιγραφές του Ιωάννη του Wurzburg. Κάπου ανάμεσα στο 1160 και το 1170, ως παρατηρητής ο Ιωάννης κατέγραψε τα εξής:

'...υπήρχε ένας όμορφος ναός κτισμένος εις μνήμην του Ιωάννη του Βαπτιστή και στο πλάι του υπήρχε ένας ξενώνας, του οποίου τα διάφορα δώματα συγκέντρωναν μεγάλους αριθμούς ασθενών, άντρες και γυναίκες, και τους θεράπευαν με πολυ μεγάλο κόστος (για το Ναό). Όταν ήμουν εκεί, είδα τον αριθμό των ασθενών να φθάνει τους δύο χιλιάδες, από τους οποίους μερικές φορές κουβαλούσαν περίπου τους πενήντα για να τους θάψουν...πεθαίνουν κι άλλοι τόσοι νέοι ασθενείς καταφθάνουν εκεί ξανά. Τι θα μπορούσα να πω; Αυτό το ίδρυμα υπηρετεί τόσους ανθρώπους έξω, όσους και μέσα και ακόμη, προσφέρει ελεημοσύνη στους πτωχούς που εκλιπαρούν για ψωμί από πόρτα σε πόρτα και δεν έχουν σπίτι να μείνουν'.

Ένας Γερμανός μοναχός που ονομαζόταν Theoderich, λίγο μετά την επίσκεψη του John of Wurzburg και κατά τη διάρκεια ενός προσκυνήματος, αναφέρει ότι είδε χίλια κρεβάτια στον κύριο χώρο του Ξενώνα. Το μέρος που περιγράφει ο Theoderich ήταν ένα πολύ όμορφο κτίριο, μήκους άνω των 75 μέτρων, με πλάτος γύρω στα 36,5 μέτρα, χωρισμένο με τρεις σειρές από στύλους που στήριζαν αψίδες, οι οποίες ήταν περίπου 5,5 μέτρα ψηλές.

Σε ένα άλλο Καταστατικό που εκδόθηκε υπό την ηγεσία του Roger des Moulins, μας δίδονται πολλά στοιχεία για το πώς λειτουργούσε το περιθαλπτικό σύστημα των Ιωαννιτών. Για τον Ξενώνα των Ιεροσολύμων έπρεπε να εργάζονται 4 ιατροί, ειδικευμένοι στην εξέταση των ούρων, στη διάγνωση των διάφορων ασθενειών και στο να διατάσσουν τις κατάλληλες συνταγές των ασθενών.

Οι χειρούργοι (surgeons) χωρίζονταν σε δύο κατηγορίες. Σε αυτούς που θεωρούνταν πρακτικοί (practici), απλοί άνθρωποι δηλαδή, που ήξεραν να γιατρεύουν πρακτικά και διέφεραν από τους πολύ μορφωμένους θεραπευτές, και σε αυτούς που ονόμαζαν θεωρητικούς (theorici), οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για το διαιτολόγιο, την κατασκευή φαρμάκων από βότανα και την ανάλυση των ούρων των ασθενών. Οι χειρούργοι, επίσης, ήταν υπεύθυνοι και για την ορθή λειτουργία των σταθμών πρώτων βοηθειών κοντά στα πεδία της μάχης (όπου μετά το τέλος της μάχης, συνήθιζαν να προσφέρουν τις πρώτες βοήθειες σε οποιονδήποτε ήταν τραυματίας, ανεξαρτήτως της παρατάξεως στην οποία ανήκε).

Η Ιερουσαλήμ είχε γίνει, πλέον, ένα διάσημο 'Ιατρικό Κέντρο' με ένα πολύ μεγάλο αριθμό ιατρών, από την Ευρώπη και τη Μικρά Ασία, να εργάζεται εκεί. Βεβαίως, υπήρχαν πολλές αντιρρήσεις στο να προσλαμβάνονται μη-Χριστιανοί ιατροί, καθώς υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των θεραπευτών που ανήκαν σε διαφορετικές θρησκείες. Παρόλ' αυτά, άσχετα με την καταγωγή τους, οι ιατροί που ζητούσαν να εργαστούν στις 'Πολιτείες των Σταυροφόρων' έπρεπε να περάσουν από προφορικές εξετάσεις.

Γνωρίζουμε πολύ λίγα πράγματα για τους λοχίες (sergeants) και τις αδελφές νοσοκόμες που υπηρετούσαν τον Ξενώνα, αλλά δεν παύουν να είναι πολύ σημαντικά. Ξέρουμε ότι για κάθε τμήμα ξεχωριστά, έπρεπε να υπάρχουν 12 λοχίες που να είναι υπεύθυνοι για να πλένουν τα πόδια των ασθενών, να τους αλλάζουν τις κουβέρτες, να στρώνουν τα κρεβάτια και να τους βοηθούν ανάλογα με τις ανάγκες τους. Όσον αφορά την εποπτεία της ορθής λειτουργίας του Ξενώνα, κάθε βράδυ αναλάμβαναν υπηρεσία δύο Αδελφοί Ιππότες.

Οι γυναίκες δε, που εργάζονταν εκεί, ήταν μισθωμένες υπηρέτριες του Τάγματος. Το κύριο μέλημά τους ήταν η φροντίδα των γυναικών που περιέθαλπτε ο Ξενώνας και ιδιαίτερα αυτών που βρίσκονταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Στην Αγγλο-Νορμανδική έκδοση του Καταστατικού, αναφέρεται καθαρά ότι 'τα νεογέννητα βρέφη θα πρέπει να νοσηλεύονται χωριστά από τις μητέρες τους και οι αδελφές νοσοκόμες θα πρέπει να τους παρέχουν οι ίδιες την απαραίτητη μητρική φροντίδα'.

Ο Ξενώνας δεν προσέφερε άσυλο και νοσηλεία μόνο σε Χριστιανούς, αλλά και σε Εβραίους και Μουσουλμάνους. Το έργο των Ιωαννιτών έχαιρε τέτοιας εκτίμησης που όταν ο Σάλαντιν (Salah ad Din) κατέλαβε τα Ιεροσόλυμα, έδωσε έναν ολόκληρο χρόνο προθεσμία στον Ξενώνα, έτσι ώστε να μπορέσει να κλείσει και να μεταφερθεί με ομαλό τρόπο, ενώ διέταξε την άμεση μετακίνηση των ασθενών που ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση.

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να επισημάνω ότι οι χειρούργοι, οι λοχίες και οι νοσοκόμες Δεν αποτελούσαν 'Χρισμένα Μέλη' του Τάγματος. Το ποιοί αποτελούσαν τους εν Χριστώ Αδελφούς Ιωαννίτες είναι το θέμα που θα εξετάσουμε στα επόμενα κεφάλαια. Το Τάγμα του Αγίου Ιωάννη, μπορεί μεν να ξεκίνησε ως μία μοναστική αδελφότητα, αλλά μετά την επαφή του με τους Σταυροφόρους άρχισε να

Οι Ιωαννίτες ως Ιεροστρατιωτικό Τάγμα

[Το περίφημο Krak des Chevaliers, ή αλλιώς 'Κάστρο των Ιπποτών' που φιλοξένησε τους Ιωαννίτες για περίπου ενάμιση αιώνα]

Μεγάλη επιρροή, στη δομή και τους σκοπούς του Τάγματος των Ιωαννιτών, άσκησε επίσης και η ίδρυση ενός 'Αδελφικού Τάγματος' που είναι γνωστό ως 'Οι Πτωχοί Στρατιώτες Του Χριστού και Του Ναού Του Σολομώντα' - οι οποίοι αναφέρονται και απλά ως 'Πτωχοί Ιππότες Του Ιησού' ή Ναϊτες (Templars).

Για άλλη μια φορά, ο Γουλιέλμος της Τύρου μας παρέχει πληροφορίες για την ίδρυση του Τάγματος των Ιπποτών του Ναού με τα εξής λόγια: 'Κατά το ίδιο έτος (1118) ορισμένοι ευσεβείς και θεοφοβούμενοι ευγενείς που προέρχονταν από την τάξη των ιπποτών, αφιερωμένοι στον Κύριο, εξέφρασαν την επιθυμία τους να ζήσουν αεναώς στην πενία, την αγνότητα και την υπακοή...πρώτοι και περισσότερο απ' όλους, διακρίθηκαν οι σεβάσμιοι Hugh de Payens και Godfrey de St. Omer. Εφόσον δεν είχαν ούτε κάποιο Ναό, ούτε κάποιο άλλο μέρος να στεγαστούν, ο Βασιλιάς (Βαλδουίνος ο Β'/King Baldwin II) τους προσέφερε για προσωρινή κατοικία ένα μέρος μέσα στο ίδιο του το παλάτι, στη βόρεια πλευρά του Ναού του Κυρίου'.

Πέρασαν περίπου 9 χρόνια μέσα στα οποία οι επίσης 9 Αδελφοί Ναϊτες, με πρωτομάγιστρο τον Hughes de Payens, δεν δέχτηκαν να χρίσουν κανένα νέο μέλος. Όμως, στις 13 Ιανουαρίου του 1128, αναγνωρίστηκε η ίδρυσή τους ως Ιεροστρατιωτικό Τάγμα, στη Σύνοδο της Τρουά (Council of Troyes) μετά από την βοήθεια και την επιρροή του 'Μέγα Όσιου και Διδασκάλου', Βερνάρδου του Κλαιρβώ (Bernard of Clairvaux).

Έτσι, λοιπόν, οι Ναϊτες ανεξαρτητοποιήθηκαν από το Τάγμα των Βενεδικτίνων και έγιναν 'Ιεροί Κιστερκιανοί Ιππότες' αποκτώντας, συγχρόνως, και το πρώτο τους Καταστατικό με τη συμβολή της πένας του Βερνάρδου. Αυτό το οποίο βοήθησε ουσιαστικά τους Πτωχούς Ιππότες του Ιησού να αποκτήσουν μεγάλη δύναμη και φήμη, ήταν μία επιστολή του Βερνάρδου του Κλαιρβώ προς τον 'φίλο' του Hughes de Payens, γνωστή με τον τίτλο 'De Laude Novea Militiae' (Εξυμνώντας Τη Νέα Ιπποσύνη). Η επιστολή αποτελεί μια ζωντανή απόδειξη του ότι 'οι άνθρωποι στους οποίους δεν επιτρέπεται η χρήση της λόγχης, μπορούν τουλάχιστον να κατευθύνουν την πένα τους ενάντια στον τυραννικό εχθρό'.

Έτσι, λοιπόν, ο 'Ιερός Πόλεμος' που είχε κηρυχθεί από τον Πάπα Ουρβανό τον Β' (Pope Urban II) στη Σύνοδο του Κλερμόν (Clermont) το 1095 στηρίχθηκε, τόσο από την πένα του Βερνάρδου, όσο και από τις λόγχες των Ναϊτών. Η ιδέα ενός μοναχού-στρατιώτη στο νου ενός ανθρώπου του σημερινού 'Δυτικού Κόσμου', φαντάζει απλά ως ένας όρος αντιφατικός. Όμως, κατά την περίοδο του Μεσαίωνα, ακόμη και στους πιο πολιτισμένους λαούς η χρήση της βίας και των όπλων θεωρούνταν αναγκαία για την επιβολή του δικαίου. Μάλιστα, ο ίδιος ο Άγιος Θωμάς ο Ακινάτης περιέγραφε τον πόλεμο για την προάσπιση των Αγίων Τόπων ως 'iusta causa' (δίκαιη αιτία), 'recta intentio' (σωστή πρόθεση), 'legitima potestas' (νόμιμη ισχύ), 'debitus modus' (ορθό τρόπο) και ως 'αρχή της διορατικότητας' υπό την έννοια της διάκρισης μεταξύ Καλού και Κακού.

Ο Raymond du Puy, όντας απόλυτα σύμφωνος με τα παραπάνω, αποφάσισε να επιτρέψει τη χρήση των όπλων στους Αδελφούς του Τάγματος. Έτσι, οι Ιωαννίτες απέκτησαν διπλό ρόλο - από τη μία, ώφειλαν να θεραπεύουν τους ασθενείς και τους τραυματίες και από την άλλη, προσπαθούσαν να εμποδίσουν τις επιδρομές των Αράβων, οι οποίοι ήταν -κατ' αυτούς - οι κύριοι υπαίτιοι για την κακή τύχη των προσκυνητών. Έχοντας ως παράδειγμα το επιτυχές έργο των Ναϊτών, ο Raymond επέφερε τρομαχτικές αλλαγές στο Τάγμα του Αγίου Ιωάννη των Ιεροσολύμων, έτσι ώστε να ενισχυθεί αυτός ο τόσο σημαντικός 'οικουμενικός σκοπός'. Όπως και προανέφερα, υιοθέτησε τον Κανόνα του Αγίου Αυγουστίνου, ενώ την ίδια εποχή περίπου, σημειώθηκε και η αλλαγή του Πατρώνα του Τάγματος από τον Άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα, στον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή.

Σας αναφέρω, λοιπόν, εγκυκλοποδικά ότι: ο Ιωάννης ο Γ' καταγόταν από την Αμαθούντα της Κύπρου και ήταν γιος του πλούσιου πατρίκιου Επιφανίου και της Κοσμίας. Ζώντας λιτά και ασκητικά, διακρίθηκε για την αγάπη του προς τους πτωχούς, γι' αυτό και ονομάσθηκε Ελεήμων. Επίσης, διακρίθηκε ιδιαίτερα λόγω της φιλανθρωπικής του δράσης κατά την εισβολή των Περσών στην Παλαιστίνη. Ο βίος του αποτέλεσε παράδειγμα για τους Ιωαννίτες μοναχούς και παρόλο που το Τάγμα άλλαξε Πατρώνα, οι Αδελφοί συνέχισαν να τιμούν την μνήμη του Κύπριου Αγίου. Μάλιστα, ο αντίστοιχος Ξενώνας, υπό την Ηγουμενία της Κωνσταντινουπόλεως - ίσως και για αντισταθμιστικούς λόγους - παρέμεινε πιστός στην αρχική αφοσίωση του Τάγματος στον Άγιο Ιωάννη τον Ελεήμονα.

Αυτή η αλλαγή του Προστάτη Αγίου, μπορεί να ωφείλεται σε δύο λόγους: α) Κάποιοι από τους Αδελφούς του Τάγματος είχαν υπό την κατοχή τους ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας μιας γειτονικής, Ελληνορθόδοξης Μονής του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή, με αποτέλεσμα κάποια στιγμή να την συγχωνεύσουν. Με αυτόν τον τρόπο, κατάφεραν να κάνουν αυτό το 'αρχαίο μοναστήρι' κομμάτι του 'Βασιλείου των Λατίνων', ενώ πλέον, μπορούσαν να επικαλούνται δικαιώματα και επί του ιδίου του Πατρώνα του που ήταν πιο διαδεδομένος Άγιος και μπορούσε να τους προσφέρει μια θρησκευτική παράδοση, η οποία άγγιζε τα όρια της προϊστορίας.

Μπορεί μεν, ο Ιωάννης ο Ελεήμων να αποτελούσε πρότυπο για τον βίο ενός μοναχού, αλλά ύστερα από τη μεταστροφή των Ιωαννιτών σε μοναχούς-στρατιώτες, χρειαζόταν ένα νέο πρότυπο που να συμβολίζει, επίσης, και το 'Ιπποτικό Χρίσμα'. Το κήρυγμα του Ιωάννη του Προδρόμου ήταν εξίσου πνευματικό και πρακτικό, ενώ το βάπτισμά του ήταν μια προετοιμασία, τόσο του Ιερατικού, όσο και του Ιπποτικού Βαπτίσματος. Όπως και ο ίδιος διεκήρυττε: 'Εγώ μεν βαπτίζω υμάς εν ύδατι εις μετάνοιαν, ο δε οπίσω μου ερχόμενος ισχυρότερός μου εστίν. Αυτός υμάς βαπτίσει εν πνεύματι αγίω και πυρί'. Έτσι, πολλοί από τους Ιππότες της 1ης Σταυροφορίας, χρίστηκαν μέλη του Τάγματος του Αγίου Ιωάννη και έγιναν συνεχιστές του έργου του 'κηρήττοντας βάπτισμα μετάνοιας εις άφεσιν αμαρτιών'.

Δεν πέρασε πολύς καιρός μέχρι να γίνουν οι Αδελφοί Ιωαννίτες, μία από τις ισχυρότερες στρατιωτικές δυνάμεις στους Αγίους Τόπους. Μαζί με το Τάγμα των Ναιτών, αποτέλεσαν την 'Αιγίδα των Βασιλέων της Ιερουσαλήμ'. Η ακριβής χρονολογία, οπότε και άρχισαν να αναλαμβάνουν στρατιωτική δράση οι Ιωαννίτες, είναι επίσης θέμα υπό αμφισβήτηση ενώ υιοθετεί και τα ιπποτικά ιδεώδη.

Η Εκπαίδευση και η Στρατιωτική Οργάνωση

Όλα ξεκινούν από το έτος 1136, όταν ο Βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, Φουλκ (Foulques), παρεχώρησε στο Τάγμα ένα πολύ σημαντικό κάστρο που είναι γνωστό ως Bethgeblin ή Beit - Jibrin, κοντα στην πόλη Ασκάλον και βοριοδυτικά της Γάζας. Μέχρι τα μέσα του 12ου αιώνα, οι Ιωαννίτες έφθασαν να έχουν υπό την κατοχή τους τα σπουδαιότερα κάστρα της Ανατολής, συμπεριλαμβανομένου και του πασίγνωστου Krak des Chevaliers. Κατά το έτος 1160, ήταν σε θέση να μπορούν να παρέχουν μέχρι και 500 ένοπλους άντρες - ιππότες και μισθοφόρους μαζί - γεγονός που επιβεβαιώνεται από των αριθμό των ενισχύσεων που προσέφεραν κατά την εκστρατεία του Βασιλιά Αμαλάριχου, στην Αίγυπτο.

Μάλιστα, υπό την ηγεσία του Roger des Moulins, το Τάγμα άρχισε να ασχολείται και με τα πολιτικά παρασκήνια του 'Βασιλείου των Λατίνων'. Ήταν εκείνη την εποχή που οι Ιωαννίτες άρχισαν να εκτρέπονται από τον αρχικό τους σκοπό, σε σημείο που ο Πάπας Αλέξανδρος ο Γ' αναγκάστηκε να τους επιπλήξει. Σε μια επιστολή του προς τον Μάγιστρο des Moulins, αναφέρει τα εξής: 'μην τυχόν για λογαριασμό (της εξάσκησης) των όπλων, κατά κάποιο τρόπο, μειωθεί η φροντίδα των πτωχών'. Είναι ολοφάνερο, στα διάφορα Καταστατικά του Τάγματος από το 1203 έως το 1310, ότι πλέον οι ανάγκες των πτωχών βρίσκονταν σε δεύτερη μοίρα.

Ήταν τέτοιες οι στρατιωτικές ευθύνες που βάραιναν τις πλάτες των Ιωαννιτών, ώστε γι' αυτούς, ακόμη και οι βαριές απώλειες δε σήμαιναν τίποτε άλλο, παρά το ότι χρειάζονταν ακόμη περισσότερους άντρες για να στηρίξουν τον πόλεμο ενάντια στους Άραβες. Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να δούμε αναλυτικά τη στρατιωτική δομή του Τάγματος και χωρισμένη σε τμήματα:

7α) Η Στρατολόγηση

Κατά τον 12ο αιώνα, για να λάβει μέρος ένας άντρας στις Σταυροφορίες, θα έπρεπε να είναι ελεύθερος από κάθε είδους υποχρέωση. Αν κάποιος ετύγχανε να βρίσκεται υπό την υπηρεσία κάποιου άρχοντα, θα έπρεπε να τον εγκαταλείψει και συγχρόνως να μπορέσει να καλύπτει μόνος του τα προσωπικά του του έξοδα. Οι έγγαμοι άντρες γίνονταν δεκτοί στο Τάγμα των Ιωαννιτών μόνο εάν το δέχονταν και οι σύζυγοί τους και μερικές φορές γίνονταν μέλη και οι δύο. Αυτοί οι οποίοι χρίζονταν Ιππότες, θα έπρεπε να βρίσκονται σε άριστη φυσική κατάσταση, ενώ τα γηραιότερα μέλη παρέμεναν στην Ευρώπη ως χειριστές στο 'δίκτυο υποστήριξης'. Το όριο της ηλικίας, για να μπορεί κάποιος να χριστεί Αδελφός (Full Brother), ήταν περίπου 14 με 15 χρονών και μετά από τουλάχιστον 3 χρόνια συνεχή εξάσκηση. Παρόλ' αυτά, οι τρομαχτικές απώλειες και η ανάγκη για άντρες που ήταν ήδη εκπαιδευμένοι και εμπειροπόλεμοι, επέφερε μια εμφανή πτώση στο 'σύστημα των νεοσυλλέκτων'.

Είναι γνωστό σε όλους, ότι αυτοί οι οποίοι επάνδρωναν τις Σταυροφορίες ήταν κυρίως Φράγκοι. Έτσι δεν φαντάζει καθόλου παράλογο το ότι οι περισσότεροι Ιωαννίτες ήταν Φράγκικης καταγωγής. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε ότι υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός στην στρατολόγηση μεταξύ των τριών πιο ισχυρών Ταγμάτων της εποχής. Οι Ναϊτες έδειχναν μεγάλη προτίμηση στους Γάλλους ιππότες, ενώ οι Τεύτονες απαρτίζονταν κυρίως απο Γερμανούς, οι οποίοι δίσταζαν να πλησιάσουν το Τάγμα των Πτωχών Ιπποτών γιατί όπως έλεγαν, ήταν 'πολύ Γάλλοι' και 'πολύ κοντά στον Πάπα'. Οι Ιωαννίτες από την άλλη, δεν είχαν κανένα τέτοιο πρόβλημα. Το Τάγμα στη Βοημία αποτελούνταν - κατά το πλείστον - από Γερμανούς, ενώ τα αντίστοιχα της Ιταλίας και της Ουγγαρίας απαρτίζονταν από Γάλλους, Ιταλούς, Ούγγρους, Βόσνιους και Κροάτες.

Κατά τον 12ο και τον 13ο αιώνα, το Τάγμα του Αγίου Ιωάννη δεν έκανε στρατολόγηση μόνο μέσα από τις τάξεις των ευγενών. Όμως, μετά το 1260 άρχισε να δείχνει προτίμηση στους ιππότες και ιδιαίτερα σε αυτούς που έκαναν μεγάλες χρηματικές δωρεές στο Τάγμα, ενώ από κει και πέρα τα κριτήρια της επιλογής άρχισαν να γίνονται όλο και αυστηρότερα.

7β) Η Ιεραρχία

Σύμφωνα με τη 'Regula' του Raymond du Puy, δεν υπήρχε κάποιος εμφανής διαχωρισμός ανάμεσα στους 'Αδελφούς στα Όπλα' και τους Ιερείς του Τάγματος. Όμως, μέσα στα διάφορα Καταστατικά από το 1206 και μετά, τα μέλη του Τάγματος χωρίζονταν σε 3 βασικές κατηγορίες. Στους εφημέριους (chaplains) που φρόντιζαν για τις πνευματικές ανάγκες, τους λαϊκούς αδελφούς ή λοχίες (sergeants) που - όπως προανέφερα - φρόντιζαν για τις υλικές ανάγκες και τους εν Χριστώ Αδελφούς Ιππότες (brother-knights-at-arms), οι οποίοι ήταν προστάτες των προσκυνητών και των ιδρυμάτων του Ξενώνα.

Από τις παραπάνω κατηγορίες, μόνο αυτή των Ιπποτών αναφερόταν σε άντρες ευγενικής καταγωγής, οι οποίοι ήταν και οι μόνοι Χρισμένοι Αδελφοί του Τάγματος. Δυστυχώς, μέχρι και την άλωση της Άκκρας το 1291, οι Ιωαννίτες είχαν χάσει όλα τα κάστρα που κατείχαν στην Ανατολή και οι καταστροφές των Σαρακηνών δεν μας άφησαν κανένα στοιχείο για το πώς ήταν διαχωρισμένες οι τάξεις των Ιπποτών. Παρόλ' αυτά, μπορούμε να έχουμε πολλές πληροφορίες από τις αντίστοιχες τάξεις του Τάγματος των Ναϊτών, οι οποίες εκ των πραγμάτων αποτέλεσαν το υπόδειγμα για την στρατιωτική οργάνωση των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη.

Ο ανώτατος και πιό σημαντικός τίτλος του Τάγματος, ήταν αυτός του Μεγάλου Μάγιστρου (Magnus Magister/γαλ. Grandes Maitr), ο οποίος υιοθετήθηκε από τον αντίστοιχο των Ναϊτών, γύρω στο 1140. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, ο πρώτος Μάγιστρος του Τάγματος ήταν ο Raymond du Puy, αν και κάποιες άλλες πηγές αναφέρουν ως πρωτομάγιστρο τον διάδοχό του, Auger de Balben. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, ο Μάγιστρος εκλεγόταν απο το συμβούλιο των Αδελφών Ιπποτών και υπηρετούσε το Τάγμα για το υπόλοιπο της ζωής του, ενώ είχε το δικαίωμα να ιδρύσει και δικό του Οίκο (household) με αποκλειστικά δικό του υπηρετικό προσωπικό. Σε περίπτωση που ο ίδιος ήταν απών, τον αντιπροσώπευε ο Αρχιδιοικητής (Grand Commander), ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τον εξοπλισμό, τα άλογα, την τροφοδοσία και τις ενδυμασίες των ανδρών.

Το ανώτερο στρατιωτικό αξίωμα ήταν αυτό του Στρατάρχη (Marshal), ή αλλιώς του Πρώτου Επιστάτη των Όπλων. Θεωρούνταν αρχηγός όλων των Αδελφών κατά τις εκστρατείες και φυσικά υπό την εξουσιοδότηση του Μαγίστρου, μπορούσε να τον αντικαταστήσει πλήρως εν ώρα ανάγκης.

Ο Σημαιοφόρος, ή Βανδοφόρος - κατά τους Βυζαντινούς - του Στρατάρχη, ήταν και ο σημαιοφόρος όλου του Τάγματος. Σύμφωνα με τη γαλλική του ονομασία μας είναι γνωστός ως Gonfanier ή Gonfanonier από τη λέξη gonfanon που αποτελεί έναν τύπο σημαίας. Ο τίτλος του Gonfanonier αποδιδόταν τιμητικά σε οποιονδήποτε (ακόμη και σε ταπεινής καταγωγής λαϊκό) αποδείκνυε την ηρωϊκή του στάση κατά τον πόλεμο, ενώ μετά το 1270 για να γίνει κάποιος σημαιοφόρος έπρεπε να είναι απαραιτήτως Χρισμένος Αδελφός και ευγενικής καταγωγής. Εν ώρα μάχης, ο Gonfanier είχε το δικαίωμα να ηγηθεί μίας επίθεσης, σε περίπτωση που ο Αρχιδιοικητής και ο Στρατάρχης ήταν απόντες ή κοίτονταν νεκροί.

Οι Καστελλάνοι (Castellans), οι οποίοι ήταν οι διοικητές των πιο σημαντικών κάστρων του Τάγματος, βρίσκονταν επίσης υπό τις διαταγές του Marshal. Κανένας Αδελφός δε μπορούσε να πάρει τον τίτλο του Καστελλάνου, εάν δεν είχε ήδη υπηρετήσει στο Τάγμα για τουλάχιστον 5 χρόνια.

Οι υπόλοιποι που αποτελούσαν το Τάγμα ήταν οι Αδελφοί Ιππότες και οι λοχίες, οι οποίοι ήταν 'μυημένοι' και 'αμύητοι', αντιστοίχως. Σε κάποιες πηγές οι λοχίες αναφέρονται ως brother-sergeants (αδελφοί-λοχίες), πράγμα που μας κάνει να πιστεύουμε ότι μπορεί να ήταν και ακόλουθοι (squires) των Ιπποτών, οι οποίοι υπηρετούσαν τους Αδελφούς μαθητεύοντας στο πλευρό τους, έως ότου χριστούν κι εκείνοι με τη σειρά τους, full-brothers.

Μετά το πέρας της επιτυγχούς 1ης Σταυροφορίας, το μεγαλύτερο μέρος του στρατού επέστρεψε σε πάτρια εδάφη, αφήνοντας σχεδόν άδεια τα κάστρα της Ανατολής. Έτσι, οι εναπομείναντες Αδελφοί Ιππότες έπρεπε να συγκεντρώσουν, όσο το δυνατόν ταχύτερα, έναν πολυάριθμο και εμπειροπόλεμο στρατό για να αποκρούσουν τις επερχόμενες επιθέσεις των Σαρακηνών. Ήταν αναγκασμένοι να διαθέσουν ένα μεγάλο μέρος από τις δωρεές και τις ελεημοσύνες του Τάγματος στην πληρωμή μισθοφορικών στρατευμάτων. Οι πιο γνωστοί μισθοφόροι ήταν αυτοί τους οποίους γνωρίζουμε ως Τουρκόπουλους (Turcopoles) και απαρτίζονταν κυρίως από Τούρκους και ντόπιους, έφιππους τοξότες.

Ο ακριβής αριθμός των Ιπποτών και η αναλογία τους με τους μισθοφόρους είναι μια υπόθεση τόσο σκοτεινή, όσο και το γενικότερο θέμα των διάφορων στρατών κατά το Μεσαίωνα. Ο Ιωαννίτης Μάγιστρος Gilbert d' Assailly, είχε υποσχεθεί ότι μπορούσε να υποστηρίξει την εισβολή στην Αίγυπτο με 500 ένοπλους άντρες, από τους οποίους δεν γνωρίζουμε το πόσοι ακριβώς ήταν οι Αδελφοί Ιππότες.

Όταν η πόλη της Αρσούφ (η αρχαία Απολλωνία που ίδρυσε ο Σέλευκος), έπεσε στα χέρια των Μαμελούκων το 1265, 1000 άντρες έχασαν τη ζωή τους ή αιχμαλωτίστηκαν, αλλά μόνο οι 80 ήταν Αδελφοί Ιωαννίτες. Ο Μεγάλος Μάγιστρος του Τάγματος, Hughes Revel, ισχυριζόταν ότι κάποτε υπήρχαν μέχρι και 300 Αδελφοί στη Συρία. Από την άλλη, το 1301, μετά την άλωση της Άκκρας, οι Ιωαννίτες που διέφυγαν στην Κύπρο δεν ήταν παραπάνω από 70 ιππότες και 10 αδελφοί-λοχίες.

Απ' ότι φαίνεται, το Τάγμα του Αγίου Ιωάννη δεν μπορούσε να έχει υπό τη διάθεσή του παραπάνω από 300 Ιππότες - την κάθε περίοδο - κατά τη διαμονή του στη Μέση Ανατολή. Έχοντας υπ' όψιν μας, κιόλας, ότι οι Αδελφοί αυτοί ήταν μοιρασμένοι στα διάφορα κάστρα, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι σε κάθε περιοχή δεν βρίσκονταν παραπανω από 20 με 40 Αδελφούς Ιππότες. Το ίδιο υποθέτουμε ότι ισχύει και για τα Τάγματα των Ναϊτών και των Τευτόνων.

7γ) Η Εκπαίδευση

Το κάθε ένα από τα νέα μέλη του Τάγματος των Ιωαννιτών, είχε προειδοποιηθεί κατάλληλα για τις συνθήκες τις οποίες θα αντιμετώπιζε: 'Παρότι, όπως μπορείτε να δείτε, είμαστε καλοντυμένοι και τα άλογά μας είναι εξαιρετικής ποιότητας, ίσως να σκέφτεστε ότι απολαμβάνουμε και όλες τις ανέσεις. Όμως, θα κάνατε μεγάλο λάθος, διότι την ώρα που θα θέλετε να φάτε θα είναι αναγκαίο να το κάνετε γρήγορα και την ώρα που θα θέλετε να αναπαυθείτε, θα είναι αναγκαίο να επαγρυπνείτε για την ασφάλειά σας'.

Ακολουθούσαν ακόμη πιο διδακτικοί λόγοι, όταν κάποιος κρινόταν άξιος να χριστεί Ιππότης και έπρεπε να λάβει μέρος στο τελετικό της μύησης: 'Ενώ τοποθετούσε τα χέρια του στην Αγία Γραφή ορκιζόταν στο όνομα του Θεού, της Θεομήτωρος και του Αγίου Ιωάννη του Βαπτιστή ότι θα από δω και πέρα θα ήταν πιστός στον Κύριό του (τον Μάγιστρο), ο οποίος είναι εκλεκτός του Θεού, με αγνότητα, χωρίς περιουσία, υπηρέτης και σκλάβος των 'Αρχόντων του, των Πτωχών'.

Μετά το πέρας του τελετικού, ο αρχιερέας, ενώ κρατούσε ψηλα την επίσημη ενδυμασία του Τάγματος έλεγε τα εξής: 'Πίσω από αυτό, είναι το σημάδι του Σταυρού, το οποίο θα φοράς σε αυτόν εδώ τον μανδύα, εις μνήμην Αυτού που υπέφερε στο θάνατο και τα πάθη του Σταυρού, για εσένα και για όλους εμάς τους αμαρτωλούς. Είθε ο Κύριος, μέσω του Σταυρού και του όρκου υπακοής που έδωσες με πίστη και βάθος, να σε φυλάττει και να σε προστατεύει για πάντα από τη δύναμη του Διαβόλου'. Ύστερα, αφού ο Νέος Ιππότης φορούσε τον μανδύα, αντάλλασε το 'Φιλί της Ειρήνης' με όλους τους Αδελφούς που παρεβρίσκονταν στην τελετή.

Από κει και πέρα, ο Ιππότης ως Αδελφός, έπρεπε να ξεχάσει τις κονταρομαχίες υπό τα βλέματα των πανέμορφων Δεσποινίδων της Αυλής και να αρκεστεί στα εκπαιδευτικά κονταροχτυπήματα υπό την παρουσία του Marshal. Από την ηλικία, μόλις, των 12 ετών, η εκπαίδευση ενός νεαρού πολεμιστή περιελάμβανε την ιππασία, τη στρατιωτική πειθαρχία, τη χρήση της λόγχης και της ασπίδας καθώς και την εξάσκηση της αυτοάμυνας για την αποφυγή των εχθρικών χτυπημάτων. Πολύ σημαντική, επίσης, ήταν και η διδασκαλία της γραφής και της ανάγνωσης Λατινικών και Γαλλικών από τους μοναχούς του Τάγματος.

Η χρήση του ξίφους, αποτελούσε αποκλειστικό προνόμιο των Ιπποτών και ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με τη χρήση της ασπίδας. Μέσα από τη μελέτη στρατιωτικών εγχειριδίων - όπως και αντίστοιχων που αφορούν την οπλομαχία - του Μεσαίωνα, παρατηρούμε ότι το σπαθί ήταν δευτερεύον όπλο σε σχέση με τη λόγχη, η οποία ήταν ότι πιο απαραίτητο για μια έφοδο του ιππικού.

Πέραν της στρατιωτικής εκπαίδευσης, η καθημερινή ζωή ενός Ιωαννίτη βασιζόταν στη Regula του Ρεϋμόνδου (du Puy) και τη ρουτίνα ενός μοναστικού ωραρίου (horarium). Δυστυχώς, κάποιοι Αδελφοί ήταν αγράμματοι και το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να ακούνε και να επαναλαμβάνουν τα γνωστά paternosters. Φυσικά, δεν ήταν λίγες οι φορές όπου όλοι μαζί οι Αδελφοί έψελναν τα paternosters σαν ιαχές πριν από τη μάχη.

Κάθε βράδυ, στους ξενώνες των Ιωαννιτών, ακούγονταν διάφορες προσευχές για την σωτηρία των ασθενών, ενώ 2 φορές την ημέρα ο ήχος της καμπάνας καλούσε τους Αδελφούς να γευματίσουν. Το διαιτολόγιο δεν ήταν πολύ αυστηρό για τους Ιππότες του Τάγματος, οι οποίοι έπρεπε να τρώνε καλά για να είναι ανά πάσα στιγμή ετοιμοπόλεμοι. Το τελευταίο και πιο σημαντικό σημείο στο οποίο ωφείλουμε να αναφερθούμε, είναι στο ότι οι Αδελφοί του Τάγματος δεν είχαν προσωπική περιουσία. Ότι χρήματα συγκέντρωναν από τις ελεημοσύνες τα παρέδιδαν στον Μάγιστρο, ο οποίος ήταν ο κύριος υπεύθυνος για τη διαχείρισή τους.

Είναι αλήθεια ότι στις μέρες μας, έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε αρκετούς άπορους στο δρόμο να ζητούν λίγα χρήματα για να επιβιώσουν. Όμως, πριν από 800 χρόνια περίπου, κάποιοι Ιππότες γύριζαν στους δρόμους για να αναζητήσουν εκείνοι την ελεημοσύνη για τους πτωχούς. Στο 5ο Άρθρο από το Καταστατικό του Ρεϋμόνδου, συναντάμε την εξής διαταγή: 'Επίσης, ας πάνε να αναζητήσουν ελεημοσύνη για τους άγιους πτωχούς, τόσο οι Ιερείς, όσο και οι Λαϊκοί Αδελφοί'.

7δ) Το Ηθικό Στη Μάχη

Το να προσπαθήσουμε να περιγράψουμε τις τρομακτικές εφόδους του Ιππικού και την ηρωϊκή στάση των Ιπποτών στα πεδία της μάχης μέσα από λόγια των 'δυτικών απόγονών τους', θα ήταν οπωσδήποτε άδικο. Ας ρίξουμε μιά ματιά, λοιπόν, στις διάφορες περιγραφές των 'αντιπάλων' τους.

Στον 'δυτικό κόσμο' είναι γνωστοί ως Οσπιταλιέροι και Τεμπλιέροι Ιππότες (Knights Hospitaller και Knights Templar), αλλά οι Άραβες προτιμούσαν να τους αποκαλούν ifrir (από τη γαλλική λέξη freres που σημαίνει αδελφοί). Ο Imad al-Din al-Isfahani, περιγράφοντας μια αψιμαχία μεταξύ μιας αναγνωριστικής περιπόλου του Σάλαντιν και μιάς στρατιωτικής μονάδας των Σταυροφόρων από τη Saffuriyah, κάνει μια αξιοπερίεργη παρατήρηση, όσον αφορά στον τρόπο που έκαναν έφοδο οι ifrir:

'Οι Ναϊτες βούιζαν σαν μέλισσες και οι Ιωαννίτες μούγκριζαν σαν τον άνεμο'(???). Προφανώς, έτσι ακούγονταν στα αυτιά τους το No Nobis Domine και τα διάφορα paternosters.

Σε γιορτινό ξεφάντωμα, μεταξύ των Μουσουλμάνων, κατέληξε ο θάνατος του Ιωαννίτη Καστελλάνου του Krak des Chevaliers, το 1170. Όπως μας αναφέρει ο Ibn al-Ahtir: 'Ήταν ένας άνδρας, του οποίου το θάρρος και η εξαιρετική στάση την ώρα της μάχης, τον έκαναν να μοιάζει σαν ένα κόκκαλο καθισμένο στο λαιμό των Μουσουλμάνων'. Σύμφωνα πάλι με τον al-Ahtir, ο Σάλαντιν εκτέλεσε όσους Ναίτες και Ιωαννίτες είχε αιχμαλωτίσει στη μάχη του Χατίν 'εξαιτίας του βίαιου μίσους που έτρεφαν για τους Μουσουλμάνους και εξαιτίας της ανδρείας που έδειξαν'.

Ο πιο γνωστός από τους ήρωες των Ιωαννιτών, σύμφωνα με τα περισσότερα κείμενα που αναφέρονται στην άλωση της Άκκρας, ήταν ο Αδελφός Ματθαίος του Κλερμόν (Brother Matthew of Claremont), ο οποίος ήταν και ο τότε Στρατάρχης του Τάγματος. 'Εξορμώντας με λύσσα από το μέσον της στρατιάς...πέρασε από την πύλη του Αγίου Αντωνίου πίσω από ολόκληρο το στράτευμα. Εκείνη την ημέρα, έπεσαν πολλοί άπιστοι νεκροί στο χώμα από τα τρομερά χτυπήματά του. Υποχωρούσαν σαν τρομαγμένα πρόβατα, που σα να το 'ξεραν, το έβαζαν στα πόδια ενώ αντίκρυζαν τον λύκο'. Ο Αδελφός Ματθαίος, υποτίθεται ότι έφτασε μέχρι το μέσον της πόλης σφάζοντας όποιον είχε την ατυχία να βρεθεί μπροστά του και αφού το εξουθενωμένο πιά άλογό του δεν μπορούσε, πλέον, να τον στηρίξει, έκανε μια τελευταία τρομαχτική επίθεση μέχρι να πέσει νεκρός από τα κοντάρια των Σαρακηνών.

Κατά τα τέλη του 12ου αιώνα, όταν έχανε τη ζωή του κάποιος Αδελφός Ιωαννίτης, η σημαία του Τάγματος τυλιγόταν γύρω από το γυμνό κορμί του, ενώ οι ιερείς έψελναν ύμνους υπό το αμυδρό φως τον κεριών που περιέβαλλαν το νεκρό του σώμα. Μετά το 1278, οι Αδελφοί ενταφιάζονταν φορώντας τους μανδύες τους, ενώ η ημέρα του θανάτου τους σημειωνόταν στο ημερολόγιο του Τάγματος. 30 θείες λειτουργίες από τους Ιερείς και 150 paternosters από τους Λαϊκούς Αδελφούς, συνόδευαν τους νεκρούς Ιππότες στην τελευταία τους κατοικία. Τα άρματά τους δε, λόγω της έλλειψης που υπήρχε σε καλές πανοπλίες, εμέναν στην κατοχή του Τάγματος και παραδίδονταν στα νέα μέλη, με την ευχή να μη χρειαστεί να ξαναλλάξουν χέρια.

Είχα ως σκοπό, σε αυτό ακριβώς το σημείο, να αφιερώσω μία παράγραφο για τις ενδυμασίες και το σύμβολο του Σταυρού που έφεραν οι Ιωαννίτες στο στήθος τους. Όσον αφορά το μέρος που έχει σχέση με τα ενδύματα, ελπίζω να το καλύψουν οι αναφορές μου στην περιγραφή της Εικόνας Ι. Από την άλλη, για

Ο εξοπλισμός ενός Αδελφού Ιωαννίτη, περί το 1160

(ΕΙΚΟΝΑ Ι, Αδελφός Ιωαννίτης περί το 1160)

Αυτός ο Πολεμιστής θα μπορούσε να είναι ένας Αδελφός Ιωαννίτης γύρω στο 1160, όταν το Τάγμα είχε αρχίσει να λαμβάνει ενεργό δράση, όσον αφορά στις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η θωράκισή του ίσως να μην φαίνεται πολύ καλή στα μάτια κάποιου, ο οποίος έχει συνηθίσει τις εντυπωσιακές πανοπλίες των Ιπποτών, μετά τα μέσα του 14ου αιώνα. Κατέχοντας, όμως, κάποιες λίγες γνώσεις περί θωρακίσεων, θα μπορούσα να σας βεβαιώσω ότι αυτός ο Καβαλλάριος (Chevalier) ήταν σχεδόν άτρωτος στη μάχη.

Σύμφωνα με τον Abu Shama, ο οποίος περιέγραψε τα αποτελέσματα της Μάχης του Hattin, 'ένας Φράγκος Ιππότης, όσο το άλογό του ήταν σε καλή κατάσταση, δεν υπήρχε περίπτωση να πέσει. Καλυμένος με αλυσιδωτό θώρακα, από την κορφή μέχρι τα νύχια, έμοιαζε με σιδερένιο φράχτη και ακόμη και τα πιο βίαια χτυπήματα δεν του έκαναν καμία εντύπωση. Όταν, όμως, το άλογό του σκοτωνόταν, ο Ιππότης έπεφτε κάτω και πιανόταν αιχμάλωτος. Όταν κάναμε καταμέτρηση των αιχμαλώτων, φτάσαμε τους χίλιους, και ενώ δεν υπήρχε ούτε ένα άλογο ανάμεσα στα λάφυρα της μάχης, οι Ιππότες ήταν άθικτοι'. Είναι γεγονός ότι οι Μουσουλμάνοι κατά τον Μεσαίωνα, εκπαιδεύονταν στο να χτυπούν τα άλογα των Σταυροφόρων και όχι τους ίδιους. Ας δούμε, όμως, για ποιο λόγο προκαλούσαν τέτοια εντύπωση οι Σταυροφόροι, αναλύοντας τη θωράκιση και τα άρματα του εικονιζομένου:

Στο κεφάλι του, βλέπουμε να φοράει ένα κράνος τύπου spangenhelm [1], δηλαδή, από πολλά κομμάτια που συνάπτονται μεταξύ τους και ενισχύονται από μεταλλικές ταινίες, οι οποίες ξεκινούν από το γείσο και φθάνουν μέχρι την κορυφή, όπου και ενώνονται. Το συγκεκριμένο κράνος σχεδιάστηκε έχοντας ως πρότυπο ένα Γαλλικό spangenhelm, το οποίο σήμερα βρίσκεται στο Metropolitan Museum of Art, στη Νέα Υόρκη. Η κάλυψη της κεφαλής, ενισχύεται από μία αλυσιδωτή κουκούλα (mail coif), ενώ κάτω από αυτήν θα μπορούσε να υπάρχει και μια δεύτερη από λινό ύφασμα παραγεμισμένο με τσόχα (quilted linen coif).

Η αλυσιδωτή πανοπλία του Ιππότη καλύπτεται από μία μαύρη, μοναστική κάπα (cappae) [2], της οποίας η χρήση ήταν δυστυχώς αναγκαστική. Αυτό το ένδυμα είναι ότι προβλεπόταν για τον βίο ενός μοναχού, αλλά είναι ολοφάνερο το ότι δεν ήταν καθόλου άνετη για τις πολύ βίαιες κινήσεις κατά τη μάχη. Παρόλ' αυτά, ήταν η επίσημη ενδυμασία των Αδελφών μέχρι το 1248, όταν ο Πάπας Ινοκέντιος ο Δ' τους επέτρεψε 'να φορούν πιο ανοιχτά χιτώνια (surcoats), φέροντας στο στήθος τους το σύμβολο του Σταυρού'.

Ο Σταυρός έπρεπε να είναι ραμμένος στις κάπες τους, με εξαίρεση τις ημέρες που ταξίδευαν σε μη-Χριστιανικές χώρες, οπότε και μπορούσαν να τον αφαιρέσουν. Τα ενδύματά τους γενικώς έπρεπε να είναι λιτά και όχι διακοσμημένα, ενώ οι κάπες τους έπρεπε να είναι αποκλειστικά μαύρες μέχρι το 1270 που τους επιτράπηκε να φορούν και άλλα χρώματα. Δυστυχώς, δεν έχει διασωθεί κανένα ένδυμα Ιωαννίτη από την διαμονή του Τάγματος στην Ανατολή. Η συγκεκριμένη κάπα σχεδιάστηκε σύμφωνα με τις σχετικές εντολές που υπήρχαν στα Καταστατικά του Τάγματος, πριν από το 1262.

Αν υπάρχει κάτι σε αυτόν τον πολεμιστή, το οποίο να δηλώνει φανερά το Αξίωμα του Ιππότη, είναι το ξίφος [3] που έχει ζωσμένο στη μέση. Το σπαθί αυτό (ή λατ. spatha), θα μπορούσε να έχει περίπου 90 εκατοστά μήκος, με ή χωρίς τη λαβή, ενώ η λεπίδα του θα ήταν απαραιτήτως αμφίστομη. Το σφαίρωμά του (pommel) είναι τύπου brazil-nut και όπως θα παρατηρήσατε η λαβή του είναι τυλιγμένη με δέρμα, όπως και ο ξύλινος κολεός του (scabbard). Το συγκεκριμένο ξίφος είναι αντίγραφο του σπαθιού του Αγίου Μαυρικίου, το οποίο χρονολογείται στα τέλη, περίπου, του 12ου αιώνα και βρίσκεται στο Kunsthistorisches Museum, της Βιέννης.

Κατά τον 12ο και τον 13ο αιώνα, ένας αλυσιδωτός θώρακας (hauberk) [4] μπορούσε να προσφέρει την καλύτερη δυνατή κάλυψη από τα χτυπήματα. Αποτελούνταν από χιλιάδες μικρούς, σιδερένιους κρίκους, οι οποίοι ήταν πλεγμένοι μεταξύ τους και ραμμένοι πάνω σε δέρμα. Το μπροστινό μέρος της αλυσιδωτής κουκούλας είναι ανοιχτό, ενώ κρέμεται λυτό το κάλυμα του προσώπου. Προσέξτε το άνοιγμα που υπάρχει στην αριστερή πλευρά του θώρακα, ώστε να περνάει και να μένει σταθερό το ξίφος, καθώς και τα χωρίσματα της maille μπρος και πίσω, για τη διευκόλυνση κατά την ανάβαση σε ίππο. Τα σχέδια του αλυσιδωτού θώρακα και της κουκούλας είναι επηρρεασμένα από μία αναπαράσταση Φράγκου Ιππότη, σκαλισμένη σε κίονα του Ναού του St Calmin, Mozac, στη Γαλλία. Χρονολογείται περί το 1160 και παραδόξως είναι τρομερά ακριβής.

Κάτω από το hauberk, ίσα που φαίνεται ένας εφαπλωματοποιημένος θώρακας (gambais) [5], ο οποίος κατά τους Βυζαντινούς ονομαζόταν βαμβάκιον. Αυτού του είδους οι θώρακες, κατασκευάζονταν από λινό ύφασμα και ήταν παραγεμισμένοι με βαμβάκι, μαλλί ή τσόχα. Συνήθως τους φορούσαν πάνω από τα χιτώνια και τις τουνίκες (undertunics) [6], ενώ κάποιες φορές τους συναντάμε και πάνω από τους αλυσιδωτούς θώρακες των Καββαλάριων. Το πάχος τους ήταν περίπου 2 εκατοστά και μπορούσαν να απορροφήσουν ένα μεγάλο μέρος της πίεσης των χτυπημάτων. Οι αναφορές που έχουμε για τον συγκεκριμένο τύπο θωράκισης είναι πάρα πολλές, ιδιαίτερα από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι είχαν ανάγει τον πόλεμο στα όρια της Τέχνης κατά τον Μεσαίωνα. Τα πιο ενδιαφέροντα βιβλία που έχουν πέσει στα χέρια μου, δεν είναι παρά τα 'Τακτικά' του Λέοντος του ΣΤ' του Σοφού και το 'Στρατηγικόν' του Κεκαυμένου.

Ο εικονιζόμενος Ιππότης κρατάει στο δεξί του χέρι μία λόγχη του ιππικού [7], η οποία φθάνει περίπου τα 3 μέτρα και 65 εκατοστά. Το ξύλινο κοντάρι καταλήγει σε μια σιδερένια αιχμή, από την οποία εξέχουν δύο πτερύγια που είχαν ως σκοπό να εμποδίζουν τη λόγχη να βυθιστεί πολύ βαθειά και να εγκλωβιστεί στο κορμί του άτυχου αντιπάλου. Ο σχεδιασμός του δόρατος έγινε μετά από μελέτη σε διάφορα χειρόγραφα του Μεσαίωνα, καθώς και στις εικόνες της πασίγνωστης Bayeux Tapestry.

Οι μηροί και τα πόδια του Αδελφού Ιωαννίτη καλύπτονται από αλυσιδωτή πανοπλία (chausses) ενώ πάνω στα μαλακά, δερμάτινα υποδήματά του [9] είναι δεμένοι μεταλλικοί πτερνιστήρες [8]. Τα συγκεκριμένα αυτά σπιρούνια σχεδιάστηκαν σύμφωνα με τη μορφή ενός πτερνιστήρα που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο και χρονολογείται κάπου ανάμεσα στον 12ο και το 13ο αιώνα.

Η αμυγδαλόσχημη ασπίδα [10] που κρατάει ο Ιππότης στο αριστερό του χέρι, θα μπορούσε να είναι ξύλινη και τυλιγμένη με χοντρό δέρμα. Αυτό βεβαίως, είναι υποθετικό - αν και το πιό πιθανό - μιας και δεν έχει διασωθεί καμία ασπίδα τέτοιου τύπου. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες της Αυτοκράτειρας Άννας της Κομνηνής, στην 'Αλεξιάδα', μία Νορμανδική ασπίδα θα μπορούσε να είναι και μεταλλική.

'...μία ασπίδα, όχι στρογγυλή αλλά μακριά, φαρδιά στο επάνω μέρος και κάτω μυτερή. Στο μέσα μέρος είναι ελαφρώς κυρτή, ενώ απ' έξω είναι λεία και γυαλιστερή, με έναν μπρούτζινο αστραφτερό ομφαλό. Αυτή η ασπίδα μπορεί να αποκρούσει κάθε είδους βέλος, είτε είναι των Σκυθών, είτε των Περσών, έστω κι αν εκτοξεύεται από το όπλο ενός γίγαντα και να το γυρίσει στον εκτοξεύσαντα'.

Το μήκος της έφθανε τα 90 εκατοστά για το ιππικό, ενώ για το πεζικό μπορούσε να ξεπεράσει και τα 135. Για το χέρι που την κρατούσε υπήρχαν τουλάχιστον 2 λουριά για να το σφίγγουν, ενώ μια μακριά ζώνη πέρναγε γύρω από το λαιμό και πίσω από την πλατη για να τη στηρίζει όταν αφηνόταν ελεύθερη. Η συγκεκριμένη ασπίδα σχεδιάστηκε σύμφωνα με μια απεικόνιση τριών Ιπποτών στο περίφημο 'Temple Pyx', το οποίο χρονολογείται ανάμεσα στο 1140 και το 1150 (Glasgow Museums and Art Galleries, Burrell Collection).

Πάνω στο δέρμα που καλύπτει την ασπίδα, είναι ζωγραφισμένος ένας Σταυρός ίδιος με αυτόν που είναι ραμμένος στην κάπα του Αδελφού. Η επιλογή αυτού του τύπου που ονομάζεται Cross Formee, έγινε για λόγους οι οποίοι εξετάζονται στο επόμενο κεφάλαιο. Οι Ιωαννίτες ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν στα ενδύματα, όπως και στα άρματά τους, το σύμβολο του Σταυρού. Μια σχετική διαταγή συναντάμε στην παράγραφο 19 της 'Regula' του Raymond du Puy. O σταυρός που είναι πάνω στην κάπα είχε μήκος απο 7 έως και 12 εκατοστά περίπου.

το θέμα του συμβόλου του Σταυρού, μάλλον θα χρειαστεί να αφιερώσω ένα ολόκληρο κεφάλαιο.

α Επίσημα Σύμβολα Των Ιωαννιτών

(ΕΙΚΟΝΑ ΙΙ, διάφοροι τύποι σταυρών που χρησιμοποιήθηκαν από το Τάγμα των Ιωαννιτών)

Πολλοί ιστορικοί έχουν δείξει μεγάλο ενδιαφέρον για τον βίο και τα έργα των Ιωαννιτών, αλλά ελάχιστοι από αυτούς έδωσαν την πρέπουσα σημασία, όσον αφορά το επίσημο σύμβολο του Τάγματος. Κάνοντας το κλασσικό λάθος να περιπλέξουν την ιστορία με τον μύθο, θεωρούν ότι οι Ιππότες του Αγίου Ιωάννη χρησιμοποιούσανε ανέκαθεν τον γνωστό 'Σταυρό της Μάλτας' [Εικ. ΙΙ-12]. Μάλιστα, κάποιοι ισχυρίζονται ότι αυτός ο συγκεκριμένος, οκτάκομβος σταυρός, χρησιμοποιούνταν από την ίδρυση, κιόλας, του Ξενώνα.

Ευτυχώς, πάνω στην κατάλληλη στιγμή, έπεσε τα χέρια μου και ένα σχετικό άρθρο του Αιδεσιμώτατου Michael Foster, το οποίο με βοήθησε τρομερά στο να διαλευκάνω αυτό το πολύ σημαντικό ζήτημα. Έχοντας στο νου μου τις ορθότατες παρατηρήσεις του και μετά από πολύωρη και βασανιστική μελέτη των επίσημων σφραγίδων των Μάγιστρων του Τάγματος, κατάφερα να φθάσω στα εξής συμπεράσματα:

Το παλαιότερο - ίσως - από τα ευρήματα που έχουν φθάσει στα χέρια μας, χρονολογείται γύρω στις αρχές του 12ου αιώνα και δε θα μπορούσε να είναι τίποτε άλλο, από την πρώτη επίσημη σφραγίδα της Μονής του Αγίου Ιωάννη. Στη μπροστινή της όψη υπάρχει μία αναπαράσταση προσκυνητών, οι οποίοι προσεύχονται γονατιστοί μπροστά στον Τίμιο Σταυρό. Ο Σταυρός αυτός που υποτίθεται ότι ανακαλύφθηκε από τη μητέρα του Κωνσταντίνου του Μέγα στα Ιεροσόλυμα, απεικονίζεται με το σύμβολο του γνωστού ως 'Σταυρού του Πατριαρχείου' ή της Αρχιεπισκοπής [Εικ. ΙΙ-3].

Με αυτή του τη μορφή, μπορούμε να τον συναντήσουμε σε πολλά εραλδικά κείμενα, αλλά και σε διάφορα έργα μεγάλων Αλχημιστών του Μεσαίωνα, οι οποίοι τον χρησιμοποιούσαν για να συμβολίσουν τον 'λευκό μόλυβδο'. Θεωρείται ως Σταυρός της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και απεικονίζεται - μεταξύ πολλών άλλων - σε ένα βυζαντινό χειρόγραφο του 10ου αιώνα, με θέμα την 'Αγία Εβδόμη Οικουμενική Σύνοδο'. Στη συγκεκριμένη σφραγίδα, δεν συμβολίζει μόνο τον Τίμιο Σταυρό, αλλά και το Θρίαμβο των Σταυροφόρων στην Ιερουσαλήμ, το 1099.

Στο πίσω μέρος της σφραγίδας, απεικονίζεται ένας ασθενής, ο οποίος αναπαύεται στο κρεβάτι του στον Ξενώνα, κάτω από μία λυχνία. Πάνω από το κεφάλι του, είναι στηριγμένος σε μία ράβδο ένας σταυρός που είναι γνωστός ως Cross Formee [Εικ. ΙΙ-4]. Αυτός ο, επίσης, ελληνικός τύπος σταυρού, όταν απεικονιζόταν περιελάμβανε συνήθως και έναν δεύτερο που σχηματιζόταν από αυλακώσεις/νευρώματα (Cross Formee, fluted). Μπορούμε να τον συναντήσουμε σκαλισμένο στον τοίχο που είναι δίπλα στις σκάλες, οι οποίες οδηγούν σε ένα παρεκκλήσι εντος του Krak des Chevaliers.

Στo μπροστινό μέρος της μολύβδινης σφραγίδας, του 'Άγιου Πατέρα' Roger de Moulins (Μάγιστρος του Τάγματος από το 1177 έως το 1187), βλέπουμε για άλλη μια φορά να απεικονίζεται ο Πατριαρχικός Σταυρός, ενώ δίπλα του είναι σκαλισμένα τα ελληνικά γράμματα 'Α' και 'Ω'. Στην αντίθετη όψη, εκεί όπου χωρίζονται οι λέξεις της φράσης 'FRATER CUSTOS', υπάρχει ο κλασσικός Ελληνικός Σταυρός (Greek Cross) [Εικ. ΙΙ-1], του οποίου τα άκρα είναι ίσα.

Ο συμβολισμός αυτού του σταυρού ερμηνεύεται διαφορετικά μέσα στις παραδόσεις κάποιων λαών, οι οποίοι τον χρησιμοποιούσαν από αρχαιοτάτων χρόνων. Κλεισμένος μέσα σε κύκλο, είναι γνωστός ως Σταυρός του Ηλίου και συμβόλιζε τον Ασσούρ, τον θεό του πολέμου και της μουσικής που ήταν και ο επικεφαλής του ασσυριακού πάνθεου. Για τους Ασσυροβαβυλώνιους είχε σχέση με τον ήλιο και τη δύναμη που εκείνος μπορούσε να ασκήσει πάνω στα στοιχεία της φύσης. Όταν αυτός ο σταυρός χρησιμοποιήθηκε στην απεικόνιση της Ράβδου του Απόλλωνα από τους Έλληνες, δεν βρισκόταν μέσα σε κύκλο, ενώ το κάτω άκρο του επιμηκύνθηκε για να συμβολίζει τη ράβδο.

Απόγονος αυτού του τελευταίου τύπου θεωρείται και ο γνωστός ως Σταυρός των Λατίνων (Latin Cross) [Εικ. ΙΙ-2], ο οποίος πλέον συμβόλιζε τη Σταύρωση του Κυρίου. Τόσο ο Ελληνικός όσο και ο Λατινικός Σταυρός, δεν έπαψαν να συμβολίζουν τους επουράνιους και παντοδύναμους Κυρίους. Απλά, η έννοιά τους συμπληρώθηκε από αυτές του θανάτου, της αμαρτίας, της ενοχής, της ενταφίασης καθώς και αυτές της ανάστασης, της αναγέννησης, της σωτηρίας και της αιώνιας ζωής μετά τον θάνατο.

Δύο πολύ καλά παραδείγματα πρώιμων σταυρών που χρησιμοποιήθηκαν από τους Ιωαννίτες, είναι αυτοί που απεικονίζονται σε δύο σφραγίδες του αντίστοιχου Ξενώνα της Οξφόρδης. Χρονολογούνται περί το 1234 και στην πρώτη παρουσιάζεται ένας Fluted Cross Formee, ενώ στη δεύτερη αυτός που είναι γνωστός ως Cross Patee [Εικ. ΙΙ- 11]. Αν δώσετε λίγη ιδιαίτερη προσοχή, θα δείτε ότι ο Cross Patee δεν είναι παρά ένας Cross Formee με πιο πλατιά άκρα. Από τον συνδυασμό αυτών των δύο, προέκυψε και ο τύπος του Formee Patee [Εικ. ΙΙ-10], ο οποίος απεικονίζεται στην επίσημη σφραγίδα του Πατέρα Nicholas Lorgne, με το επίγραμμα 'FRATER NICOLAUS CUSTOS' και χρονολογείται περί το 1282.

Παρατηρώντας τη σφραγίδα ενός άλλου Μαγίστρου του Τάγματος, του προαναφερθέντα Hughes Revel, μπορούμε να αναγνωρίσουμε έναν απλό Λατινικό Σταυρό, ενώ ανάμεσα στις λέξεις του επιγράμματος 'HOSPITALIS IHERUSALEM', μπορούμε να ξεχωρίσουμε μια παραλλαγή του Cross Formee [Εικ. ΙΙ-5]. Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να σας αναφέρω ότι το παραπάνω επίγραμμα συνόδευε όλες τις σφραγίδες του Τάγματος κατά τη διαμονή του στους Αγίους Τόπους.

Σε έναν πίνακα του Marco d'Oggiono di Gaspare da Vimercate, στον οποίο απεικονίζεται ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, βλέπουμε να είναι ζωγραφισμένος στην αριστερή πλευρά των άμφιών του και επάνω από το σημείο που βρίσκεται η καρδιά, ένας σταυρός γνωστός ως Formee Branchee [Εικ. ΙΙ-7]. Αυτός ο πίνακας που χρονολογείται περί το 1450, βρίσκεται στο Ναό της Santa Maria delle Grazie, στην πόλη του Μιλάνο.

Πολλές εικονογραφήσεις των Αδελφών του Τάγματος, κατά τη διαμονή τους στην Ρόδο, μας παρέχει ο Guillaume Caoursin σε ένα χειρόγραφο του 1480, με τίτλο 'Obsidionis Rhodie Urbis Descriptio'. Σε μια από τις εικόνες, μας παρουσιάζει τα Μέλη του Ταγματος να προσεύχονται για τη σωτηρία τους κατά τη διάρκεια ενός τρομαχτικού σεισμού. Στα άμφιά τους είναι ραμμένοι μεγάλοι σταυροί τύπου Formee Branchee/Fischee, ο οποίος είναι γνωστός και ως 'Σταυρός της Ρόδου'. Σε μια άλλη εικόνα, υπάρχει μία αναπαράσταση της Εισβολής των Οθωμανών, ενώ ο Αρχιμάγιστρος δίνει διαταγές στους άντρες του. Όλοι οι ιππότες έχουν επάνω στους χιτώνες τους (tabards) μεγάλους Λατινικούς Σταυρούς, οι οποίοι καλύπτουν όλο το μήκος των ταμπάρων τους.

Στη Ρόδο, επίσης, πάνω από την πύλη του Αγίου Αθανασίου, είναι σκαλισμένο το οικόσημο (τα arms) του Μάγιστρου Pierre d' Aubuson. Ο θυρεός του, ο οποίος 'υποστηρίζεται' από ένα γρίφφονα και ένα λιοντάρι, περιλαμβάνει στο μέσον του έναν σταυρό τύπου Cross Ancree [Εικ. ΙΙ-9]. Ακριβώς από κάτω, υπάρχει η επιγραφή 'DIVUS F…PETRUS DAUBUSSON RHODIORUM MAGNUS MAGISTER', ενώ ακολουθεί η ημερομηνία 1486(MCDVXXXVI).

Κάνοντας, λοιπόν, μία ανακεφαλαίωση, μπορούμε να εξάγουμε με σχετική βεβαιότητα τα εξής συμπεράσματα:

Ο Πατριαρχικός Σταυρός ήταν ο πρώτος και ο παλαιότερος τύπος από αυτούς που χρησιμοποίησε το Τάγμα του Αγίου Ιωάννη. Έχοντας, όμως, υπόψιν μας ότι βρισκόταν επάνω στις σφραγίδες του Ξενώνα απλά για να υποδηλώσει ότι το Τάγμα είχε ως Έδρα τα Ιεροσόλυμα, υποθέτουμε ότι οι Αδελφοί δεν τον χρησιμοποιούσαν και επάνω στους χιτώνες τους. Απ' ότι φαίνεται, οι διάφοροι σταυροί που έραβαν επάνω στα ενδύματά τους κατά τον 12ο και τον 13ο αιώνα, ήταν συνήθως ο απλός Ελληνικός και ο αντίστοιχος Λατινικός, καθώς και οι Cross Formee και Formee Patee.

Από τις αρχές του 14ου αιώνα και μέχρι τη μεταφορά της Έδρας τους στη νήσο της Μάλτας, χρησιμοποιούσαν τους Cross Branchee, Cross Branchee/Fischee, Cross Moline [Εικ. ΙΙ-8] και Cross Ancree, οι οποίοι στην ουσία δεν ήταν παρά στυλιζαρισμένοι τύποι των 5 πρώτων. Από κει και πέρα, ο σταυρός που συναντάμε πιο συχνά σε σφραγίδες, νομίσματα και απεικονίσεις των Αδελφών του Τάγματος, είναι αδιαμφισβήτητα ο οκτάκομβος Σταυρός της Μάλτας. Και παρακαλώ προσέχτε: αναφέρομαι σε ευρήματα και αυθεντικές απεικονίσεις μέχρι τα μέσα του 16ου αιώνα και όχι σε έργα αναχρονιστών.

Φαντάζει πραγματικά παράλογο το να μελετάς τόσες ώρες για να αποδείξεις ότι 'Ο Σταυρός της Μάλτας ΔΕΝ χρησιμοποιήθηκε ποτέ από το Τάγμα του Αγίου Ιωάννη πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα, παρα μόνον λίγο μετά τη μεταφορά της Έδρας του στην ίδια τη νήσο της Μάλτας'. Όπως και να 'χει το θέμα, η μελέτη δεν είναι ποτέ σπατάλη χρόνου.

Επίλογος - Μεσαίωνας και Αναγέννηση

Κλείνοντας με τον ίδιο ακριβώς 'αντιφατικό' τρόπο με τον οποίο ξεκίνησα, θα κάνω μια σύντομη νύξη στις εποχές του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, διότι στο μυαλό των περισσότερων ανθρώπων οι παραπάνω λέξεις φαίνεται εκφράζουν αντιστοίχως τις έννοιες του Κακού και του Καλού.

Η πραγματικά παρεξηγημένη εποχή του Μεσαίωνα (ποιανών άραγε, της Ανατολής ή της Δύσης, του Έλληνα ή του Φράγκου?) φαίνεται να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα εγκλήματα των συνεχών πολέμων. Αλλά, ακόμη κι αν ήταν έτσι ακριβώς τα πράγματα, υπάρχει το εξής παράδοξο γεγονός. Όταν τα 'Σκυλιά του Πολέμου' κατασπάραζαν το ένα το άλλο στα πεδία των μαχών, στην Ευρώπη άρχισαν να αναπτύσονται με ταχύτατους ρυθμούς όλων των ειδών οι Επιστήμες και οι Τέχνες. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι επρόκειτο για μια παράδοξη - συνειδητή ή μη - εκκαθάριση.

Και μετά ήλθε η λαμπρή εποχή της Αναγέννησης, όπου και πάλι με παράδοξο τρόπο υιοθετήθηκε πολύ γρήγορα ως πρώτη Αρχή η Ιερά Εξέταση και αντικαταστάθηκε η Βίβλος με το Maleus Maleficarum.

Κάποιοι λένε ότι όποιος ψάχνει βρίσκει. Εγώ θα έλεγα ότι ο καθένας βρίσκει αυτά τα οποία προδιατίθεται να βρεί.

Όσον αφορά το μεγαλείο των εποχών που έχουν διαγραφεί από την μνήμη των περισσότερων ανθρώπων, θα σας παρέπεμπα στο βιβλίο του Ουμπέρτο Έκο 'Τέχνη και Κάλλος στην Αισθητική του Μεσαίωνα'.

Όσον αφορά τη δική μας εποχή, αρκεί να συνειδητοποιήσουμε σε τί είδους 'μεσαίωνες' ζούμε, ώστε να οδηγήσουμε τους σύγχρονους ανθρώπινους πολιτισμούς σε μια εποχή Αληθινής Αναγέννησης.

Μετά Τιμής

Ding an Sich

(A Celestial Light - από τις Σταυροφορίες του Gustave Dore)

***

http://www.mystica.gr